Νεωτερικότητα και Σχολή της Φρανκφούρτης, επικεντρώνοντας στον Εργαλειακό λόγο και στη Μαζική Κουλτούρα.

Γράφει ο Δημήτρης Θρακιώτης – Ιστορικός

Αφετηρία της νεωτερικότητας ως πνευματική έννοια, ως κοινωνικό και πολιτικό πρόγραμμα, μπορούμε να ορίσουμε το 15ο αιώνα και μετέπειτα με τη δημιουργία του έθνους-κράτους στην Ευρώπη. Η νεωτερικότητα συνυφαίνεται με την περίοδο του Διαφωτισμού και αναπτύσσεται με τη βιομηχανική επανάσταση και την άνοδο του καπιταλισμού. Σημείο ορόσημο για την νεωτερικότητα υπήρξε η Γαλλική Επανάσταση και τα προτάγματα της ελευθερίας, της ισότητας και της ανθρώπινης αξιοπρέπειας. Αυτές οι προσταγές ανέδειξαν την αναγκαιότητα εύρεσης μιας νέας ηθικής και νέων πολιτικών ιδεών. Από τα μέσα του 19ου αιώνα και μετά παρατηρείται μια μεταμόρφωση της ευρωπαϊκής κοινωνίας και οικονομίας εξαιτίας της βιομηχανικής και τεχνικο-επιστημονικής επανάστασης. Οι έννοιες της κουλτούρας και του πολιτισμού χρησιμοποιούνται  τόσο για την περιγραφή αυτής της μεταμόρφωσης όσο και για τις ποικίλες αντιδράσεις και ανησυχίες που αυτή προκάλεσε. Διανοούμενοι και στοχαστές στο τέλος του 19ου και στις πρώτες δεκαετίες του 20ου αιώνα, προερχόμενοι τόσο από τη συντηρητική όσο και από την αριστερή παράδοση, προσπάθησαν να περιγράψουν αυτά τα νέα κοινωνικά και πολιτισμικά φαινόμενα χρησιμοποιώντας διάφορους κριτικούς όρους. 

           ΣΧΟΛΗ ΤΗΣ ΦΡΑΝΚΦΟΥΡΤΗΣ – ΕΡΓΑΛΕΙΑΚΟΣ ΛΟΓΟΣ    

            Στις πρώτες δεκαετίες του 20ου αιώνα, ένας κύκλος Γερμανοεβραίων στοχαστών όπως ο Αντόρνο, Χορκχάϊμερ, Πόλλοκ, Φρόμμ, Χάμπερμας, Μαρκούζε και άλλοι επιχείρησαν να επεξεργαστούν μια θεωρία για τη σύγχρονη κοινωνία, γνωστή ως «κριτική θεωρία». Αυτή η ομάδα στοχαστών ίδρυσαν το 1923 το Ινστιτούτο Κοινωνικής Έρευνας της Φρανκφούρτης γνωστό και ως «Σχολή της Φρανκφούρτης». Εδώ θα πρέπει να αναφέρουμε ότι η «κριτική της θεωρίας» είναι ένας από τους άρρηκτα συνυφασμένους με τη νεωτερικότητα όρους. Με αυτό τον τρόπο παρουσιάζεται στα πλαίσια της Σχολής από τους παραπάνω στοχαστές. Όμως σε πολλές περιπτώσεις η θέση του κάθε στοχαστή αλλάζει αναφορικά με το επίπεδο επεξεργασίας της θεωρίας και ανάλογα με τη χρονική περίοδο. Υπάρχουν και περιπτώσεις πλήρους αποστασιοποίησης (Φρόμμ μετά το 1940). Λόγω των διαφορετικών απόψεων και σκέψεων των στοχαστών, η νεωτερικότητα δεν προσλαμβάνεται από όλους ως μια ιστορική, κοινωνική ή πολιτική περίοδος με τον ίδιο τρόπο. Αυτό έχει σαν αποτέλεσμα την διαφορετική προσέγγιση και ερμηνεία της περιόδου αυτής σε κοινωνιολογικό πλαίσιο.  Στη «Σχολή της Φρανκφούρτης» εκτός από τη προσπάθεια επεξεργασίας της κριτικής θεωρίας, παρατηρείται ο συγκερασμός της έρευνας των κοινωνικών επιστημών, όπως είναι η κοινωνιολογία, η ψυχολογία, οι οικονομικές επιστήμες, η κοινωνική φιλοσοφία προκειμένου να γεννηθεί η αληθινή γνώση. Ακόμη συνδυάζεται ο ιστορικός υλισμός με τη φροϋδική ψυχανάλυση. Η κριτική θεωρία αναφέρεται στην κριτική σκέψη, δηλαδή στην παραδοσιακή κριτική θεωρία που περιόριζε τη σκέψη διότι δεν λάμβανε υπόψιν  την εξάρτησή της από την κοινωνία. Ένα από τα κύρια ερωτήματα και καθήκοντα που έθεταν στον εαυτό τους οι μεγαλύτεροι στοχαστές στις αρχές του 20ου αιώνα ήταν μια κριτική του Διαφωτισμού. Η κριτική αυτή άλλοτε ασκήθηκε έμμεσα και άλλοτε μέσω μιας ενσυνείδητης διαδικασίας άρνησης. Οι περισσότεροι όμως στοχαστές δεν ήταν εχθρικοί, αντιθέτως, υπήρξαν υποστηρικτές του Διαφωτισμού, εφαρμόζοντας συγκεκριμένα κριτήρια στην κρίση τους για πολιτικά και κοινωνικά ζητήματα. 

            Οι εκπρόσωποι της Σχολής και συγκεκριμένα ο Χορκχάϊμερ και ο Αντόρνο  θεωρούν πως ο Διαφωτισμός υπήρξε η αφετηρία για να δημιουργηθούν οι κατάλληλες συνθήκες για την ορθολογικότητα. Οι δύο στοχαστές δεν πιστεύουν πως ο Διαφωτισμός ως κίνημα υπήρξε ανατρεπτικός, διότι η κάθε ενέργεια για χειραφέτηση της κοινωνίας είχε ως αποτέλεσμα την ύπαρξη της κοινωνικής καταπίεσης. Με το έργο τους «Διαλεκτική του Διαφωτισμού» ασκούν κριτική και αμφισβητούν την ορθότητα και την αποτελεσματικότητα της νεωτερικότητας. Έχουν την άποψη πως ο Διαφωτισμός ως κίνημα, δεν εκπλήρωσε το σκοπό για τον οποίο δημιουργήθηκε. Δηλαδή δεν δημιούργησε τις κατάλληλες συνθήκες, τα κατάλληλα μέσα για να υπάρξει μια ορθολογική και δίκαιη κοινωνία. Αντιθέτως, δημιούργησε ένα νέο είδος βαρβαρότητας. Συνεπώς, η κάθε προσπάθεια που θα απέφερε την απελευθέρωση της κοινωνίας, τελικά, απέφερε την υποδούλωση της που δεν «οφείλεται σε μια εξωτερική ως προς το διαφωτισμό δύναμη».

           Ο Χορκχάϊμερ και ο Αντόρνο πιστεύουν πως ο Βάκων (1561-1626) θεωρείται ο πρώτος φιλόσοφος που καθιέρωσε τη νεωτερική ορθολογικότητα της επιστήμης. Ο Βάκων θεωρεί τον ορθολογισμό ως το μέσο για να έχει τη δυνατότητα ο άνθρωπος να εξουσιάσει τη φύση για προσωπικό του όφελος. Ο άνθρωπος χρησιμοποιώντας τη λογική εξουσιάζει τη φύση. Ακόμη, ο Χορκχάϊμερ και ο Αντόρνο πιστεύουν πως υπάρχει μια άμεσα συνδεδεμένη σχέση μεταξύ του Διαφωτισμού και του μύθου. Αυτή την άποψη την εξηγούν ως εξής: ο μύθος τοποθετεί σε τάξη μια μη λογική προκείμενη πρόταση, όπως ακριβώς το ίδιο πράττει και ο Διαφωτισμός, με αποτέλεσμα να εξηγεί το κάθε ασυνάρτητο. Επίσης, όπως στο μύθο έτσι και στον Διαφωτισμό υπάρχει η λογική της φυσικής νομοτέλειας, αφού δεν υπάρχει κάποιο καινούργιο δεδομένο διαφορετικό από τα ήδη υπάρχοντα. Κατά τον ίδιο τρόπο, στην κοινωνική πραγματικότητα δεν γεννιέται κάτι νέο ανατρεπτικό, αφού εξηγείται ως δεδομένο από την κυριαρχούσα επιστήμη. 

            Η «Διαλεκτική του Διαφωτισμού» μπορεί να θεωρηθεί μέρος μιας ευρύτερης προβληματικής στο πλαίσιο της οποίας θα πρέπει να τοποθετηθεί, όχι τόσο για να αποδοθεί στο έργο η υποτιθέμενη πληρότητα που του λείπει, αλλά μάλλον για να φωτιστούν ορισμένα σημεία του, που παραπέμπουν σε μια εναλλακτική ως προς την εργαλειακή εννόηση του λόγου. Παράλληλα, ενώ αρχικά ο εργαλειακός λόγος θεωρείται μια έκφανση, κατ’αρχήν περιορισμένη ή επιδεκτική περιορισμού του λόγου, στη «Διαλεκτική του Διαφωτισμού» ο λόγος εννοείται ως εργαλειακός. Αυτό έχει ως αποτέλεσμα μια αλλαγή της αντίληψης αναφορικά με τον ρόλο των επιστημών. Κατά τη δεκαετία του 1930 ο Χορκχάϊμερ δεν αμφισβητεί τον χειραφετικό ρόλο των επιστημών, κάτι που συνιστά προϋπόθεση αφενός της κριτικής που τους ασκεί και αφετέρου του δικού του διεπιστημονικού προγράμματος. Γενικότερα, η «Διαλεκτική του Διαφωτισμού» ξεκινά από μια άρση της εμπιστοσύνης προς τους παραδοσιακούς γνωστικούς κλάδους. 

            Σύμφωνα με τους στοχαστές στη  «Σχολή της Φρανκφούρτης» η καπιταλιστική κοινωνία ασκεί μια μορφή εξουσίας πάνω στα άτομα δημιουργώντας έτσι τις προϋποθέσεις να μην εξεγερθούν κατά αυτής. Κάνοντας αναφορά στον εργαλειακό λόγο εννοούν πως ο καπιταλισμός ως σύστημα δημιουργεί τις σχέσεις των ατόμων σε σχέσεις αντικειμένων. Τα άτομα αισθάνονται αντικείμενα και ο κοινωνικός κόσμος νιώθει σαν ένα μέρος του ατόμου, ξένος από τη θέλησή του. Για να γίνει περισσότερο κατανοητός ο εργαλειακός λόγος μπορούμε να δώσουμε το εξής παράδειγμα: ο άνθρωπος δεν παρατηρεί ένα δέντρο προκειμένου να του αποφέρει αισθητική ευχαρίστηση και χαρά αλλά το αντιμετωπίζει ως ένα προϊόν που θα του αποδώσει κέρδος αφού με τις κατάλληλες τεχνικές επεξεργασίες θα μετατραπεί σε χαρτί. Επίσης, ο εργαλειακός λόγος δεν προσφέρει στον άνθρωπο τη γνώση για να πράξει κάτι, αλλά του προσφέρει τον τρόπο για να πράξει κάτι. Αυτό έχει ως βασικό αποτέλεσμα η επιστήμη να μην ενδιαφέρεται για το θετικό ή τον αρνητικό τρόπο που θα τη χρησιμοποιήσει ο άνθρωπος. Κατά συνέπεια, για να οδηγηθεί ο άνθρωπος στο οικονομικό κέρδος χρησιμοποιεί αρνητικά τις πτυχές της φύσης για το προσωπικό του συμφέρον. Η «Σχολή της Φρανκφούρτης» ονομάζει «θετικισμό» τον εργαλειακό λόγο, διότι αντιμετωπίζει τον κόσμο με ξεχωριστούς νόμους από την ατομική θέληση με αποτέλεσμα ο άνθρωπος να τον δέχεται άκριτα. Αντιπαραθέτει την κριτική θεωρία στον εργαλειοποιημένο λόγο. Προτείνει την αναίρεση του κοινωνικού συστήματος, χωρίς όμως να προτείνει κάποιο θεωρητικό κοινωνικό σχέδιο, θεωρώντας πως υπάρχει αντιφατικότητα στη σύγχρονη σκέψη. 

            Γενικότερα μπορούμε να πούμε ότι στις  σύγχρονες συνθήκες η επιστήμη έχει πλέον μεταβληθεί στο πιο αποτελεσματικό όργανο στα χέρια μιας εξουσίας που επιδιώκει τον απόλυτο διοικητικό έλεγχο της κοινωνικής ζωής. Στο σύστημα αυτό ο θεωρητικός λόγος έχει εκπέσει σε έναν τελείως εργαλειακό λογισμό. Η οργανωμένη και εξαρτημένη τώρα από το κράτος διανόηση λειτουργεί ως απλό εκτελεστικό όργανο των κυρίαρχων κοινωνικών ομάδων. Λύνει τα προβλήματα που αφορούν στην πληρέστερη λειτουργική συγκρότηση του συστήματος. Επεξεργάζεται τα πλέον πρόσφορα μέσα για την επίτευξη των στόχων της κατεστημένης εξουσίας, χωρίς να ασχολείται με τις ηθικές και κοινωνικές επιπτώσεις τους.                          

            ΜΑΖΙΚΗ ΚΟΥΛΤΟΥΡΑ       

            Καθημερινά διαβάζουμε ή ακούμε να γίνεται μια διάκριση ανάμεσα στη «μαζική» ή «εμπορική» τέχνη ή κουλτούρα, αφενός, και την «ποιοτική» ή «υψηλή» τέχνη ή κουλτούρα, αφετέρου, με σκοπό να προσδιοριστούν κατηγορίες διαφορετικής αξίας ή στάθμης. Η έννοια μαζική κουλτούρα (mass culture), αν και παραπέμπει κυριολεκτικά σε έναν ποσοτικό προσδιορισμό, δηλαδή μια κουλτούρα που απευθύνεται σε πολλούς και καταναλώνεται από πολλούς, χρησιμοποιείται ωστόσο ευρέως με τη σημασία ενός ποιοτικού προσδιορισμού, για να δηλώσει μια υποδεέστερη ή υποβαθμισμένη κουλτούρα. Η μαζική κουλτούρα αντιδιαστέλλεται προς την ποιοτική κουλτούρα, που αποκαλείται συχνά και «υψηλή» και η οποία θεωρείται πως απευθύνεται και ταυτόχρονα είναι δυνατόν να εκτιμηθεί μόνο από ένα περιορισμένο κοινό, από μια εκλεκτή μειοψηφία.

              Η έννοια της μαζικής κουλτούρας καθιερώθηκε τον 20ο αιώνα από κριτικούς, δοκιμιογράφους και κοινωνικούς επιστήμονες, οι οποίοι τη χρησιμοποίησαν για να αναφερθούν στις μορφές κουλτούρας ευρείας απήχησης και κατανάλωσης που αναπτύχθηκαν στις σύγχρονες αστικοβιομηχανικές κοινωνίες, ιδιαίτερα κατά την περίοδο του Μεσοπολέμου και των πρώτων δύο μεταπολεμικών δεκαετιών. Την ίδια χρονική περίοδο, οι τεχνολογικές καινοτομίες οδήγησαν στην ανάπτυξη νέων μέσων επικοινωνίας όπως της φωτογραφίας, της φωνογραφίας, της τηλεφωνίας, του ραδιοφώνου, της τηλεόρασης, συμπεριλαμβανομένης και της δεύτερης γουτεμβεργιανής επανάστασης που επέφερε ο εκμηχανισμός της τυπογραφίας. Τα νέα αυτά μέσα επικοινωνίας αύξησαν θεαματικά τη διάδοση πολιτισμικών προϊόντων κάθε κατηγορίας (λογοτεχνίας, εικόνας, μουσικής) καθώς τα κατέστησαν προσιτά σε όλους, ευνοώντας ταυτόχρονα τη δημιουργία νέων πολιτισμικών μορφών και ειδών. Η αλλαγή αυτή όμως στην κλίμακα της πολιτισμικής αγοράς  μαζί με το υψηλό κόστος των νέων τεχνολογιών άλλαξε και την ίδια τη δομή της. Ο τύπος και οι εκδόσεις αρχικά και ακολούθως ο κινηματογράφος και τα υπόλοιπα νέα μέσα επικοινωνίας έλαβαν τη μορφή μεγάλων επιχειρήσεων που, λειτουργώντας με καθαρά κερδοσκοπικό χαρακτήρα, ανέλαβαν πρόθυμα να ικανοποιήσουν τη διαρκώς αυξανόμενη ζήτηση με προϊόντα σχεδιασμένα για ευρεία απήχηση και κατανάλωση. 

        Οι θεμελιακές αυτές κοινωνικές και πολιτισμικές αλλαγές που σημάδεψαν τη γέννηση και τη διαμόρφωση της σύγχρονης εποχής, δηλαδή, αφενός η διευρυνόμενη συμμετοχή των λαϊκών στρωμάτων στην κοινωνική και πολιτική ζωή και αφετέρου η υποστηριζόμενη από τη νέα επικοινωνιακή τεχνολογία αλλαγή στον τρόπο παραγωγής και διάθεσης των πολιτισμικών προϊόντων, προκάλεσαν έντονη αντίδραση από πλευράς πολλών Ευρωπαίων διανοουμένων. Η ανησυχία τους οδήγησε να καταδικάσουν τις νέες πολιτισμικές μορφές ως προϊόντα μιας ευτελούς, εμπορευματοποιημένης, μαζικής κουλτούρας, που διαβρώνει την παραδοσιακή κουλτούρα των λαϊκών στρωμάτων και διαφθείρει τα ήθη και τις αξίες τους.

         Έντονες αντιδράσεις εκδηλώθηκαν και από τους στοχαστές της αριστερής πτέρυγας της «Σχολής της Φρανκφούρτης». Το 1933, δέκα χρόνια μετά την ίδρυση της Σχολής, η άνοδος του Χίτλερ στην εξουσία ανάγκασε τα μέλη της να καταφύγουν στις Η.Π.Α., όπου και συνέχισαν το έργο τους έως την παλιννόστησή τους το 1949. Οι απόψεις τους για τη μαζική κουλτούρα διαμορφώθηκαν υπό την καταλυτική επίδραση αφενός της εμπειρίας του ναζισμού και αφετέρου του πολιτισμικού σοκ που τους επιφύλασσε η άφιξή τους στην Αμερική, όπου άκμαζαν οι σύγχρονες μορφές δημοφιλούς κουλτούρας όπως: ο κινηματογράφος του Χόλλυγουντ, η τζαζ, η διαφήμιση, ο Ντίσνεϋ, τα κόμικς κ.α. Θεώρησαν ότι αυτές οι δύο εμπειρίες παρουσιάζουν μια βαθιά και εκλεκτική συγγένεια. Η επιτήδεια μαζική προπαγάνδα και η πειθώ των ναζιστών από τη μια και η υπνωτική σαγήνη που ασκεί η μαζική κουλτούρα στο κοινό της από την άλλη, αντιμετωπίστηκαν ως διαφορετικές μορφές της συστηματικής ιδεολογικής χειραγώγησης και πολιτικής καθυπόταξης των ευρέων κοινωνικών στρωμάτων. Με άλλα λόγια και στις δύο περιπτώσεις αισθάνθηκαν ότι υπήρξαν μάρτυρες διαφορετικών εκδοχών του ιδίου θεμελιακού, ταυτόχρονα  πολιτικού και πολιτισμικού φαινομένου, του ολοκληρωτισμού.

        Ο Μαρκούζε, ένας από τους στοχαστές της Σχολής ενδιαφέρθηκε, όπως και οι άλλοι εκπρόσωποι της Σχολής για το ρόλο της μαζικής κουλτούρας στη σύγχρονη εποχή καθώς και για την ανάγκη διάκρισης ανάμεσα στον όρο πολιτισμός και  κουλτούρα. Για τον λόγο αυτό καταφέρεται επικριτικά στην κυρίαρχη λογική της μαζικής κουλτούρας πιστεύοντας ότι η επιβολή της παρεμποδίζει τη βιοψυχοκοινωνική ανάγκη για ανάπτυξη και ανάδειξη των ανθρώπινων δυνατοτήτων. Πιστεύει ότι ο άνθρωπος δεν λειτουργεί ορθολογικά στη ζωή του εξαιτίας της επιρροής που του ασκεί η πολιτιστική βιομηχανία δημιουργώντας ψεύτικες ανάγκες και επιθυμίες. Υποστηρίζει ότι στη νεωτερικότητα, η μονοδιάστατη κουλτούρα διαμορφώνεται και διαχέεται είτε μέσω της πολιτιστικής βιομηχανίας, είτε μέσω ενός θεσμικού Λόγου που βασίζεται στον τυπικό ορθολογισμό και στην «αρχή της απόδοσης» (σχέση κόστους- ωφέλειας).

          Εδώ θα πρέπει να αναφέρουμε την άποψη του Αντόρνο ο οποίος πιστεύει πως το καπιταλιστικό σύστημα δημιουργεί οικονομική αναταραχή και πως η μαζική κουλτούρα επιδιώκει να καλύψει αυτή την αναταραχή δημιουργώντας ψεύτικες ανάγκες προκειμένου το άτομο να αισθανθεί μια ψεύτικη χαρά, μια ψεύτικη ασφάλεια, θεωρώντας πως ελέγχει τη ζωή του, ενώ στην πραγματικότητα αυτό δεν ισχύει.

          Ο Μαρκούζε θεωρεί την ώριμη καπιταλιστική κοινωνία ως απόληξη της νεωτερικότητας και ασκεί δριμύτατη κριτική στο τρόπο δόμησης του ύστερου καπιταλισμού. Πεποίθησή του είναι ότι η νεωτερικότητα, ως εποχή που διαμορφώθηκε από το κίνημα του Διαφωτισμού, αποτελεί μια εμφανή διάψευση των υποσχέσεων και διακηρύξεων της Λογοκεντρικής περιόδου η οποία ως αφετηρία έχει τον 15ο αιώνα και μετά. Επιχειρεί με τον τρόπο αυτό να ερμηνεύσει το μονοδιάστατο χαρακτήρα της καπιταλιστικής κοινωνίας, αναπτύσσοντας τον προβληματισμό του πάνω στη διαπίστωση ότι η σύγχρονη κοινωνία είναι ιδιαίτερα καταπιεστική. Υποστηρίζει ότι η τεχνολογία, ως απρόσωπος μηχανισμός, χειραγωγεί και καταπιέζει αφόρητα τα ένστικτα των ανθρώπων σε σημείο τέτοιο που να ακυρώνεται το πρωταρχικό νόημα του Λόγου, που είναι στην ουσία το πρόταγμα αλλά και το διακύβευμα του Δυτικού πολιτισμού στο σύνολό του. Έτσι το άτομο καταλήγει να λειτουργεί ως ενσωματωμένο υποκείμενο σε ένα status quo που επιβάλλεται σαν αδιαμφισβήτητη και ακλόνητη φυσική αρχή, σαν φυσικός και αδιαπραγμάτευτος νόμος.

           Σύμφωνα με τον Μαρκούζε, η κουλτούρα αναπτυσσόμενη μέσα σε ένα τέτοιο πλαίσιο έχει ως συνέπεια να γίνεται μαζική και να χάνει την αυτονομία της. Παύει δηλαδή να λειτουργεί ως ένα πεδίο αμφισβήτησης και ελεύθερης αναζήτησης. Ουσιαστικά εξασθενεί η συλλογική επιθυμία για γνήσια επιστημονική αναζήτηση, για ελεύθερο κοινωνικό αναστοχασμό, για ουσιαστική αυτο-ανάδειξη των ανθρώπινων δυνατοτήτων. Παράλληλα, η εργαλειοποίηση του λόγου και η υπαγωγή του στη λειτουργία και τους σκοπούς της αγοράς οδηγούν στην απανθρωποποίηση του ανθρώπου, στην εξαφάνιση κάθε ίχνους δημιουργικής αναζήτησης και παρουσιάζεται σαν η πλέον νόμιμη και απόλυτα φυσιολογική οδός επιβίωσης. Γενικότερα για τον Μαρκούζε (και κατ’ επέκταση για τη μαζική κουλτούρα) μπορούμε να πούμε ότι πιστεύει πως σήμερα ο άνθρωπος δεν αντιλαμβάνεται, δεν κατανοεί τον κοινωνικό ρόλο και πως η τεχνολογία είναι μια ακόμη μορφή της υπάρχουσας ιδεολογίας που δεν διαμορφώνει, δεν αναπτύσσει ένα ελεύθερο άνθρωπο, αλλά αντίθετα τον καταπιέζει και του δημιουργεί πολλά περισσότερα προβλήματα από όσα του επιλύει.                                     

          ΕΝ ΚΑΤΑΚΛΕΙΔΙ                                                                                                                                                                                                     

          Συμπερασματικά θα μπορούσαμε να πούμε ότι, μέσα στους κόλπους της «Σχολής της Φρανκφούρτης» κυριαρχεί η άποψη πως η Νεωτερικότητα που έφερε ο Διαφωτισμός δεν εκπλήρωσε ουσιαστικά το λόγο της δημιουργίας της αντιθέτως, δημιούργησε περισσότερα προβλήματα από όσα προϋπήρχαν. Με το έργο «Διαλεκτική του Διαφωτισμού» οι Χορκχάϊμερ και Αντόρνο επιχειρηματολογούν ότι η εργαλειακή κατανόηση του λόγου και ο τεχνοκρατικός αγνωστικισμός αποτελούν την ουσία αυτής καθαυτής της λογικότητας που σφράγισε το δυτικό πολιτισμό. Τις τάσεις αυτές τις βλέπουν να εκδηλώνονται σε όλα τα στάδια της ιστορικής διαδρομής, από την εποχή του Ομήρου, μέσω του μηχανικού κοσμοειδώλου του Διαφωτισμού έως και σήμερα.

        Αναφορικά με το θέμα της μαζικής κουλτούρας, οι στοχαστές της Σχολής αντιτίθενται διότι όπως υποστηρίζουν η μαζική κουλτούρα είναι τροχοπέδη στην ελεύθερη ανάπτυξη της κοινωνίας και οι άνθρωποι δεν έχουν τις δυνατότητες να αναπτύξουν τα ατομικά τους χαρακτηριστικά. Καθώς η κουλτούρα είναι μαζική, δεν κυριαρχεί η αυτόνομη επιστημονική εξέλιξη και αναζήτηση με βασικό αποτέλεσμα ο Λόγος να εργαλειοποιείται και να εξυπηρετεί τα συμφέροντα των νόμων της αγοράς. Ακόμη θεωρούν ότι η μαζική κουλτούρα είναι μια αντιλαϊκή κουλτούρα, καθώς σηματοδοτεί την αντικατάσταση της παραδοσιακής λαϊκής κουλτούρας από μια βιομηχανικά παραγόμενη, η οποία νομιμοποιεί το υφιστάμενο καθεστώς εκμετάλλευσης και υποτέλειας των λαϊκών στρωμάτων. Η μαζική κουλτούρα είναι μια αντί-τέχνη, καθώς ο καθαρά εμπορευματικός της χαρακτήρας επιτάσσει την τυποποίηση και την ομογενοποίηση των προϊόντων της και την εμποδίζει να λειτουργήσει ως ένας αυτόνομος χώρος προσωπικής έκφρασης, κριτικής σκέψης, ευφάνταστης δημιουργικότητας, και αισθητικής καινοτομίας.                       

                 Σήμερα, κατά την άποψή μου, λόγω της οικονομικής κρίσης που βιώσαμε την προηγούμενη δεκαετία και συνεχίζουμε να βιώνουμε, και της κατάρρευσης των αξιακών συστημάτων που ταλανίζουν την Ευρώπη και απανταχού τον κόσμο, οι κοινωνίες διαβιούν κυρίως μια ηθικοπολιτισμική κρίση. Μια σύγχρονη πολιτισμική κρίση που το εγχείρημα της νεωτερικότητας κληροδότησε στην ανθρώπινη κοινωνία και που αναμφίβολα αποτελεί μια διαρκή πρόκληση για τη σύγχρονη κοινωνιολογική θεωρία.