Αλεξανδρούπολη και Παγκόσμια Ημέρα Ποίησης

Γράφει η Στέλλα Ν. Καραμήτρου

Η 21η Μαρτίου, η πρώτη μέρα της Άνοιξης, όπου το φως κερδίζει το σκοτάδι και η αισιοδοξία αφήνει πίσω της το πένθος, είναι η Παγκόσμια ημέρα της Ποίησης. Η ιστορία της ξεκινά από την Ελλάδα. Το 1997 ο ποιητής Μιχάλης Μήτρας της “συγκεκριμένης” της “οπτικής” ποίησης- πρότεινε στην Εταιρεία Συγγραφέων να γιορτάζεται η ημέρα της
Ποίησης. Η Λύντια Στεφάνου, από τις γνωστές ποιητικές φωνές της Μεταπολεμικής Ποίησης, είπε ότι η πρώτη μέρα της Άνοιξης είναι η κατάλληλη για τη γιορτή της Ποίησης. Και ο Βασίλης Βασιλικός, πρέσβης στην UNESCO, πρότεινε η 21η Μαρτίου η ημέρα να κηρυχτεί η Παγκόσμια Ημέρα της Ποίησης. Στη Γενική Διάσκεψη της UNESCO, τον Οκτώβρη του 1999, η 21η Μαρτίου κηρύχτηκε η Παγκόσμια μέρα της Ποίησης. Να και το σκεπτικό της απόφασης:
«Η Παγκόσμια Ημέρα Ποίησης θα ενισχύσει την εικόνα της ποίησης στα ΜΜΕ, ούτως ώστε η ποίηση να μην θεωρείται πλέον άχρηστη τέχνη, αλλά μια τέχνη που βοηθά την κοινωνία να βρει και να ισχυροποιήσει την ταυτότητά της. Οι πολύ δημοφιλείς ποιητικές αναγνώσεις μπορεί να συμβάλουν σε μια επιστροφή στην προφορικότητα και στην κοινωνικοποίηση του
ζωντανού θεάματος και οι εορτασμοί μπορεί να αποτελέσουν αφορμή για την ενίσχυση των δεσμών της ποίησης με τις άλλες τέχνες και τη φιλοσοφία, ώστε να επαναπροσδιοριστεί η φράση του Ντελακρουά “Δεν υπάρχει τέχνη χωρίς ποίηση”»
Με αφορμή τον εορτασμό της Παγκόσμιας Ημέρας Ποίησης κάνουμε μια επιλεκτική δημοσιοποίηση ποιημάτων τεσσάρων σημαντικών ποιητών που γεννήθηκαν ή δημιούργησαν στην Αλεξανδρούπολη και οι οποίοι σηματοδότησαν με το έργο τους τα
σύγχρονα πολιτιστικά-λογοτεχνικά δρώμενα της.
Αυτοί είναι ο ΘΑΝΑΣΗΣ ΤΖΟΥΛΗΣ, ο ΓΙΩΡΓΟΣ ΠΑΝΑΓΙΩΤΙΔΗΣ, η ΙΩΑΝΝΑ ΦΙΛΙΠΙΔΟΥ
και ο ΓΙΩΡΓΟΣ ΣΤΑΥΡΙΔΗΣ.

Θανάσης Τζούλης

Μαγειρεία δίπλα στα Γραφεία Τελετών

Τα μαγειρεία δίπλα στα γραφεία τελετών με μεσότοιχο
Λένε που οι νεκροί με βραδινά σκουτέλια
δοκιμάζουν όλα τα φαγητά
Μου έτυχε να μην ξέρω αν έχω

στην απέναντι καρέκλα μου νεκρό ή ζωντανό
τρώμε και καπνίζουμε με το ίδιο ύφος
όταν κουραζόμαστε βγάζουμε το κεφάλι
και το ακουμπάμε στο τραπέζι
Γεμίζουν τα τραπέζια κεφάλια στη σειρά
τα κορμιά είναι από κάτω πεσμένα
για να ξεκουράζονται
βγάζοντας το μαύρο μάρμαρο για ν’ αλαφρώσουν
-Κρεμάστρες για τα κεφάλια σας κύριοι
κι από μια γαβάθα για το αίμα σας
λέει το γκαρσόν περνώντας κάτω από τα τραπέζια
Συχνά μου τυχαίνει να μην ξέρω
αν έχω απέναντί μου νεκρό ή ζωντανό
και τον γυμνώνω με βουβά ερωτήματα
το ίδιο σίγουρα κάνει κι αυτός
κι ούτε ξέρει αν γυρίζω σπίτι μου
ή στον τάφο
με τον ίδιο μεσότοιχο
ούτε κι εγώ ξέρω
Έχουμε όλοι τα ίδια κλειδιά
μεγάλα στην άκρη και παχιά σαν τα μάτια της κουκουβάγιας
μόνο για τη νύχτα
Το ίδιο γίνεται κι αν αλλάξουμε σακάκια
ακόμα και τις γυναίκες μας
που συμβαίνει να κοιμούνται με νεκρούς
μετά το δείπνο
ή να μην ξέρουμε
όπως συχνά γίνεται στα ποιήματά μου

Εξηκονταρχία Πρεβέζης.

Τo τελευταίο χειρόγραφο που βρέθηκε στα κατάλοιπα
του Καρυωτάκη ήταν μια αίτηση σύνδεσης της Πρέβεζας
με την Αλεξανδρούπολη και με τον μέσα Έβρο διά
θαλάσσης ξηράς και αέρος και ιδίως υπογείως σε
ορισμένη ώρα της νύχτας που περνάς εύκολα από τη
μια πόλη στην άλλη- έκτοτε οι ταξιδιώτες του Έβρου
αποδημούν κατά εποχές και έχουν κατά νουν και ένα
τρισάγιο που δεν το επέτρεψαν ακόμη οι περιστάσεις
γιατί χάνονται όλοι στο δρόμο χωρίς να ανατρέπεται η
εποχή της νέας αποδημίας επειδή δε γύρισε κανείς να
μάθουμε τα νέα και να γίνουν τα δέοντα για την
εξαφάνιση που δυσφημεί τις δυο αδελφές πόλεις και
άρχισαν μάλιστα οι μεταξύ τους υποψίες με κίνδυνο να
τιναχτεί στο αέρα ή βέβαιη ένωσή τους υπογείως και διά νυκτός

Γιώργος Παναγιωτίδης

Απ’ το κρεβάτι κάτω


Απ’ το κρεβάτι κάτω σε σκοτεινή κρυψώνα
φυλάει από το φως ο Κέρβερος τα τρία του κεφάλια
και πίσω απ’ το προσκέφαλο
μισάνοιχτη κρατούν πόρτα κρυφή
τρεις Κάβειροι που αφοσιώνονται εκεί
στου τρόμου τη φροντίδα,
όσο ασφυκτιά στο κέλυφος ενός παιδιού
και μέσα του τραβιέται ολόφρεσκο κορμί,
φαρδαίνουνε οι πλάτες,
τριχοφορεί το τρυφερό του δέρμα
και το ξαφνιάζουν ομορφιές αφόρητες
που ορμούν από το σώμα του καταμεσής στο βράδυ,
ορέγεται η αφή του
και μ’ αφορμή μικρή οργίζεται ο σφυγμός του,

στρέφει στο εφηβαίο στέφανο μέσα στο σκοτάδι
όπως φαντάζει μαύρο φιλιατρό σε φοβερό πηγάδι,
αφήνει κι έρχονται όσα σκέφτεται,
φωνάζουν οι εκπνοές του,
πέφτουν κοφτές κραυγές πίσω στον οισοφάγο,
στα αιμοφόρα πρώτη φορά
άκαυτο φως σφύζει αντί για αίμα,
απότομα ενσαρκώνεται της φαντασίας του ένα υφάδι,
το πιάνει με τα χέρια του
κι αν η καινούρια απόλαυση φτάσει σ’ ακούσιο τέρμα
αλλάζουν σε σύννεφα τότε τα σεντόνια
κι αν σαν ακίνητα στέκουν για μια στιγμή τα χρόνια
κοντά στο αχ το παιδικό που ανασαίνει τρεις φορές,
πάνω στον ύπνο
πιάνουν το αντρικό κι ασπάζονται το φρέσκο σώμα.

Από μορφές που λίγο φαίνονται

Από μορφές που λίγο φαίνονται
με το χλωμό του φεγγαριού περίβλημά τους
και στ’ ουρανού τ’ απόκρημνα
φυραίνει μακριά η σκιά τους, άφαντες
κάτω απ’ τις φορεσιές τους
κι από την κρύα τύρφη κάτω
όπου κρατούν κρυφό το πορφυρό
του διάφανου κορμιού τους δέρμα,
εκεί που οι φόβοι δυσφορούν, ο ένας πατά τον άλλον
και φλυαρούν μικρές φωνές,
στρυφνές κραυγές σε αδειανό κρανίο,
από μορφές που ασφυκτιούν κοντά
εκεί που αφήσανε το φυσικό φλοιό τους,
αιφνίδια γλιστράνε κάποιες,
απόκοσμες μέσα στο φέγγος
και φτάνουνε κοντά μου,
ασύστατες όπου φυσά στις φλέβες τους αέρας,
στρέφουνε μ’ ένα φύσημα και μ’ ένα άλλο φεύγουν,
με σφίγγουνε, σφηνώνουνε μες στην αναπνοή μου,
τις σκέφτομαι, μου σκάβουνε τη σκέψη
φθόγγοι οξείς τρυπούν ό,τι αρθρώνω,
τροφή και φράχτης τους η νύχτα,
στον κόρφο μου φυλάγονται
το φως να μη τις φάει της μέρας,
πέφτουν στο φόβο μου φωτιές,
άγριες φωνές που με κακοφορμίζουν,
φθονούν τ’ αφτιά και σκάφτουν το κορμί μου
κι όπως σκορπούν μες απ’ τα χέρια μου
σύννεφα φεγγαρόλουστα που φεύγουνε και σβήνουν,
φοβάμαι καθώς βάφομαι από τ’ ωχρό τους χρώμα
μαζί τους πως αφανίζεται και το δικό μου σώμα.

Ιωάννα Φιλιππίδου

Άσπλαχνο Μεσημέρι


Χωράφια του θέρους
νεοσύλλεκτα
Κάθετες ώρες που πέφτουν
σα λαιμητόμος ή τελεσίδικη απόφαση
Άσπλαχνο μεσημέρι
Διπλωμένη στα δύο
λιχνίζω τα λόγια μου
Τρέφομαι απ’ τάχυρά τους.

Ερημιώνας


Θραύσματα-ψαλιδισμένες χειρονομίες
δάκρυα και τέτοια
κατεστραμμένα πυρίμαχα
Το δισυπόστατό μου
καθώς ο βήχας με σκίζει στα δύο
Ερημιώνας
Σκληρή περηφάνεια-ύστατη
Γεμίζει τα κοίλα βράδια
με σταλακτίτες και σιωπή.


Σκορβούτο


Όνειρα αποστειρωμένα
όνειρα του σωλήνα
δοκιμασμένα.
Σ’ αυτήν την ωραία ησυχία
από ατομική γάζα
οι ποιητές μας
πεθαίνουν
από σκορβούτο.

Γιώργος Σταυρίδης

Αλεξανδρούπολη-Απρόσφορος απόπειρα

ΤΟΠΟΣ ΠΡΩΤΟΣ – μέρες του καλοκαιριού

Το καλοκαίρι κάθησε στις στέγες των σπιτιών μας μ’έπαρση. Καθώς μικρή απόσταση λησμονιάς μας χώριζε από την άκρη του χειμώνα, μια θλίψη μας συνεπήρε για τον νεκρό μας φίλο. Τα δέντρα πάει καιρός που άνοιξαν τα πράσινα μάτια τους. Η κίτρινη παραλία μας προκαλεί με μακρινούς περιπάτους. – Δεν είναι όπως πρώτα η θάλασσα, φώναξες. Ο αντίλαλος μας φόβισε, μα ύστερα νοιώσαμε ευχαρίστηση που τα πράγματα επιστρέφουν με το είδωλο της φωνής μας. Γιατί βλέπεις ένας πανάρχαιος χρησμός μας απαλλάσσει από τους καθημερινούς μας φόνους.

ΤΟΠΟΣ ΔΕΥΤΕΡΟΣ – συνάντηση

Φθινόπωρο ήταν που πέρασες από μένα Μ’ένα βιολί κι ένα τραγούδι. Ήθελες, να δεις τον κόσμο, είπες και ζήλεψα τα μάτια σου που χωρούσαν τόσο φως και τόσο πλήθος! Τότε, ανάποδα διάβασα τις γραμμές του χεριού σου χλευάζοντας τη μοίρα μου. Κράτησα τον αστερισμό σου με κραυγές με υποσχέσεις και κρυφές επιθυμίες.

Μπορεί επίσης να σας αρέσει