Σχέσεις μεταξύ ψυχής/νου (πνεύματος) και σώματος (ύλης) στους τρεις φιλοσόφους (Ακινάτης, Ντεκάρτ και Σπινόζα). Συγγένειες και διαφοροποιήσεις των προσεγγίσεών τους.

Γράφει ο Δημήτρης Θρακιώτης

Από τα μέσα του 16 ου αιώνα δημιουργήθηκε μια νέα κοσμοαντίληψη η οποία
αμφισβητούσε τις παραδοσιακές μεσαιωνικές μέχρι τότε απόψεις για το Θεό, τον
άνθρωπο, την κοινωνία και τον κόσμο. Η ανάπτυξη της αστικής τάξης του 17 ου αιώνα
είχε ως αντίκτυπο την ανάπτυξη των επιστημών και των τεχνικών εφαρμογών. Οι
θεαματικές αλλαγές στη συγκρότηση της επιστημονικής σκέψης κατά τον 16 ο και 17 ο
αιώνα οδήγησαν στη διαμόρφωση δύο σημαντικών φιλοσοφικών ρευμάτων, του
Ορθολογισμού και του Εμπειρισμού. Οι φιλοσοφικές θεωρήσεις των ορθολογιστών
με κύριο εκπρόσωπο τον Καρτέσιο (Ντεκάρτ) αλλά και τον Σπινόζα, έρχονταν σε
αντίθεση με τις μέχρι τότε επικρατούσες μεσαιωνικές θεωρίες και αντιλήψεις γύρω
από την αριστοτελική τελεολογία και μεταφυσική.

  1. Θωμάς Ακινάτης (1225-1274)
    Ο Θωμάς Ακινάτης υπήρξε ο πιο φημισμένος διανοητής του 13 ου αιώνα και
    ιδρυτής της σχολαστικής σχολής του Θωμισμού. Προσπάθησε να συγκεράσει τον
    λόγο με την πίστη, έτσι ώστε αυτά τα δύο να μην είναι αντιφατικά μεταξύ τους.
    Θεωρείται συνεχιστής της θεωρίας της ουσιοκρατίας που δίνει σημασία στην ουσία
    αντί για την ύπαρξη. Στα έργα του εφαρμόζει ένα χριστιανικό αριστοτελισμό και
    ασχολείται με την εξήγηση της ύπαρξης των πραγμάτων. Υποστηρίζει τις θεωρίες του
    τόσο με βάση την παρατήρηση και τον στοχασμό, όσο και με τα δεδομένα των
    αισθήσεων. Πιστεύει ότι το αντικείμενο του ανθρώπινου πνεύματος είναι η ουσία των
    υλικών πραγμάτων. Σύμφωνα με τον Ακινάτη, το ανθρώπινο μυαλό οδηγείται στην
    γνώση στηριζόμενο στην εμπειρία και τα πρώτα πράγματα που βλέπει ο άνθρωπος
    είναι αυτά που γνωρίζει διαμέσου των αισθήσεων. Ο άνθρωπος βλέπει κάποια
    πράγματα να αλλάζουν και να γίνονται κάτι άλλο, και κάποια άλλα να αλλάζουν
    φαινομενικά, αλλά να παραμένουν στην ουσία τα ίδια. Ο Ακινάτης για να εξηγήσει
    αυτές τις αλλαγές, δέχεται, όπως και ο Αριστοτέλης, την διάκριση των ουσιωδών και
    επουσιωδών χαρακτηριστικών και ότι τα υλικά σώματα αποτελούνται από άμορφη
    ύλη. Δέχεται τον αριστοτελικό υλομορφισμό, δηλαδή ότι όλα τα σώματα

αποτελούνται από ύλη και μορφή και θεωρεί ότι ούτε η ύλη αλλά ούτε και η μορφή
μπορούν να υπάρξουν μεμονωμένα. Ακόμη ορίζει την μορφή ως την πρώτη πράξη
ενός φυσικού σώματος με την έννοια ότι αυτή τοποθετεί το υλικό σώμα σε ένα
σύστημα αναφοράς που το διακρίνει από όλα τα άλλα πριν από τη δημιουργία άλλης
σχέσης.
Ο Ακινάτης υποστηρίζει ότι η μορφή πρέπει να είναι εξατομικευμένη και αρχή
της εξατομίκευσης είναι η ίδια η ύλη. Θεωρεί ότι η ύλη είναι καθαρή δυνατότητα και
σχεδιασμένη για ποσοτικό προσδιορισμό, τον οποίο λαμβάνει μέσω της ένωσής της
με μια συγκεκριμένη μορφή. Έτσι η αρχή της εξατομίκευσης των όντων είναι η ύλη,
αν και σαφή ρόλο έχει και η μορφή, η οποία θέτει τον κόσμο σε τελεολογικά
πλαίσια(αριστοτελισμός). Κατά τον υλομορφισμό του Ακινάτη τα υλικά σώματα
λαμβάνουν διάφορες μορφές από τις δυνατότητες της πρώτης ύλης και σύμφωνα με
την ενέργεια ενός υποκειμένου που δρα. Κάθε αλλαγή στη μορφή των σωμάτων
προϋποθέτει μία έλλειψη, μία ανάγκη για δημιουργία μιας νέας μορφής. Κάθε υλικό
ον αποτελείται από την υποστατική ή ουσιαστική μορφή του, που είναι η μορφή που
το θέτει στην κατηγορία του και του δίνει και τη ουσία του. Μπορεί όμως να λάβει
και άλλες μορφές που το προσδιορίζουν ως δευτερεύοντα χαρακτηριστικά, ως
συμβεβηκότα. Μία διάκριση πολύ σημαντική για τη φιλοσοφία, την οποία επιχειρεί ο
Ακινάτης, είναι η διάκριση μεταξύ ουσίας και ύπαρξης. Υποστηρίζει ότι όλα τα
κτιστά όντα υπάρχουν επειδή έχουν ύπαρξη. Από την σύνθεση της μορφής και της
ύλης προκύπτει η ουσία ενός υλικού σώματος που είναι και η υπόστασή του, ενώ η
ουσία σε ένα μη υλικό ον είναι μόνο η μορφή του. Ο Ακινάτης δέχτηκε ότι κάθε
πεπερασμένη ουσία μπορεί να νοηθεί και χωρίς το χαρακτηριστικό της ύπαρξης, ποτέ
όμως η ουσία δεν διαχωρίζεται από την ύπαρξη του όντος που την κατέχει, γιατί
χωρίς ύπαρξη δεν μπορεί να υπάρχει η ουσία. Η αναβάθμιση της ύπαρξης σε βάρος
της ουσιολογίας επηρέασε τη δυτική νεότερη και σύγχρονη φιλοσοφία και τον
υπαρξισμό που έχει βασική θέση ότι η ύπαρξη καθορίζει την ουσία.

  1. Ρενέ Ντεκάρτ (1596-1650)
    Ο Ντεκάρτ υπήρξε ο κυριότερος εκφραστής του φιλοσοφικού ρεύματος του
    ορθολογισμού(ρασιοναλισμού). Ο ορθολογισμός πιστεύει στις νοητικές δυνάμεις του
    ανθρώπου θέτοντας την εμπειρία σε δεύτερο ρόλο. Στα πλαίσια της φιλοσοφίας
    εγκαταλείπει την αυθεντία των παλαιών κειμένων, όχι για να υιοθετήσει νέες

βεβαιότητες, αλλά κυρίως για να προτείνει ένα διαφορετικό τρόπο σκέψης, μια
μέθοδο γνώσης για το σκεπτόμενο «εγώ», το οποίο αναδεικνύεται σε θεμελιώδες
υπόβαθρο της ανθρώπινης σκέψης. Βασικό στοιχείο της μεθόδου αυτής είναι ο
επαγωγικός συλλογισμός. Με τη φιλοσοφική σκέψη του Ντεκάρτ έχουμε τη στροφή
προς το υποκείμενο. Ο φιλόσοφος αντιλαμβάνεται την ύπαρξή του ως σκεπτόμενο
υποκείμενο, χρησιμοποιεί το υποκείμενο ως σκεπτόμενο και ως παρατηρητή, δεν τον
ενδιαφέρει μόνο να παραμείνει στην παρατήρηση, αλλά να φθάσει στην αιτία του
πράγματος, δηλαδή να οδηγηθεί στην αντικειμενική γνώση πέρα από τα στενά
πλαίσια της εμπειρίας.
Ο Ντεκάρτ δέχεται ότι οι βέβαιες γνώσεις μας προέρχονται από τη σκέψη και
είναι ανεξάρτητες από την εμπειρία. Για αυτόν η ικανότητα να διανοείται κανείς είναι
κοινή σε όλους τους ανθρώπους. Αν στηριχθούμε σε αυτή θα απαλλαγούμε από τις
προκαταλήψεις και θα έχουμε απευθείας σχέση με τη γνώση. Για να φθάσει στη
θεμελίωση της γνώσης ακολουθεί τη μέθοδο της αμφιβολίας, αμφισβητώντας τις
πεποιθήσεις που έχουμε από τις αισθήσεις. Αμφιβάλλω, άρα υπάρχω ως σκεπτόμενο
ον. Σκέφτομαι, άρα υπάρχω «cogito ergo sum» είναι η περίφημη φράση του. Ο
Ντεκάρτ θεωρείται ο κυριότερος εκφραστής της μηχανικής αντίληψης για τον κόσμο.
Το σύμπαν, η φύση είναι μια τεράστια μηχανή και ό,τι βρίσκεται μέσα σε αυτό
υπακούει σε μηχανικούς νόμους που δεν μπορούμε να αντιληφθούμε με τις αισθήσεις
μας. Ακόμη και τα ζώα τα θεωρεί μηχανές. Τμήμα του μηχανικού κόσμου είναι και ο
άνθρωπος. Μόνο που αυτός έχει και ψυχή, η οποία δεν υπακούει σε φυσικούς νόμους,
όπως το σώμα του. Για τον Ντεκάρτ το σώμα και η ψυχή είναι δύο οντότητες ριζικά
διαφορετικές μεταξύ τους. Ό,τι συμβαίνει μέσα σε αυτές τις οντότητες εντάσσεται
στα πάθη του ανθρώπου. Για να γνωρίσουμε τα πάθη της ψυχής, πρέπει να
διακρίνουμε τις δικές της λειτουργίες από τις λειτουργίες του σώματος.
Η διάκριση μεταξύ νου-ψυχής και σώματος είναι μια από τις βασικότερες
θέσεις του Ντεκάρτ. Αυτή η διάκριση είναι ένα από τα χαρακτηριστικά γνωρίσματα
του Πλατωνισμού, αλλά και με διαφορετική μορφή, είναι κοινή στους περισσότερους
από τους πρώτους χριστιανούς φιλοσόφους(Αυγουστίνος, Ακινάτης κ.α). Η
καρτεσιανή διάκριση μεταξύ ψυχής και σώματος, ως αυτόνομων υποστάσεων,
διαφέρει ριζικά από την αντίστοιχη μεσαιωνική διάκριση η οποία είχε ως βάση τη
διάκριση μεταξύ έμβιων και ανόργανων οργανισμών. Ο διαχωρισμός μεταξύ νου και
σώματος είναι σημαντικά διαφορετικός από τις αντιλήψεις και τις θέσεις των σχολαστικών. Για τους σχολαστικούς το σώμα αποτελείται από ύλη και μορφή. Η
ύλη αλλάζει διαρκώς, ενώ η μορφή είναι εκείνη που δίνει στα σώματα τις
χαρακτηριστικές ιδιότητες που κατέχουν. Για τον Ντεκάρτ, όλα τα σώματα είναι του
ίδιου είδους, και αποτελούνται από μια ουσία που περιέχει μόνο γεωμετρικές
ιδιότητες. Ο Ντεκάρτ στο έργο του Στοχασμοί περί της πρώτης φιλοσοφίας και
ιδιαίτερα στον έκτο στοχασμό, θεωρεί πως, επειδή έχει μια σαφή και διακριτή ιδέα
του εαυτού του ως μη εκτατού σκεπτόμενου πράγματος και μια σαφή και διακριτή
ιδέα του σώματός του ως μη σκεπτόμενου εκτατού πράγματος, είναι βέβαιο ότι είναι
πραγματικά διακριτός από το σώμα του και μπορεί να υπάρξει και χωρίς αυτό.
Το συμπέρασμα του Ντεκάρτ ότι η ανθρώπινη ύπαρξη είναι άθροισμα δύο
διακριτών υποστάσεων, του σώματος και του πνεύματος, τον οδήγησε στην άποψη
ότι ο κόσμος αποτελείται από πνεύμα και από ύλη. Αυτή η διχοτόμηση της φύσης σε
δύο ειδών οντότητες- πνεύμα και ύλη, υποκείμενο και αντικείμενο, παρατηρητή και
παρατηρούμενο – έφτασε να αποτελεί σημαντικό στοιχείο του τρόπου με τον οποίο ο
δυτικός άνθρωπος έβλεπε και βλέπει τον κόσμο. Μέχρι και σήμερα, οι φιλόσοφοι την
αποκαλούν «καρτεσιανό δυισμό».
Το πρόβλημα της επικοινωνίας των δύο κόσμων (πνεύματος και ύλης) ο
Ντεκάρτ το έλυσε με την θεωρία της ύπαρξης του κωνάριου. Σύμφωνα με τον
Ντεκάρτ το κωνάριο είναι μια κοιλότητα στον ανθρώπινο εγκέφαλο, όπου τα ζωικά
πνεύματα που ενυπάρχουν στο αίμα εισδύουν μέσα σε αυτήν.

  1. Μπαρούχ Σπινόζα (1632-1677)
    Ο Σπινόζα, αν και ξεκινά από την καρτεσιανή θεωρία της διάκρισης μεταξύ
    πνεύματος και ύλης, έρχεται σε αντίθεση με τον δυισμό του Ντεκάρτ. Σύμφωνα με
    τον Σπινόζα δεν είμαστε άθροισμα των δύο υποστάσεων-της ψυχής και του σώματος-
    όπως έλεγε ο Ντεκάρτ. Είμαστε μια οντότητα που προΰπήρχε του σώματος και της
    ψυχής μας και αυτό, γιατί ένα σώμα και μια ψυχή είναι το σώμα και η ψυχή κάποιου
    και προϋποθέτουν έναν ιδιοκτήτη. Σαν ιδιοκτήτες του σώματος και της ψυχής δεν
    προερχόμαστε από την ανάμειξη αυτών των δύο. Ο εαυτός μας είναι μια αδιαίρετη
    και ενιαία οντότητα. Ο Σπινόζα θεωρεί ότι κάθε οντότητα χαρακτηρίζεται από
    κατηγορήματα ή ιδιότητες που προσδιορίζουν την ουσία αυτής της οντότητας, έτσι
    και ο Θεός, για τον Σπινόζα, ως άπειρη ουσία που είναι, διαθέτει άπειρα

κατηγορήματα ή ιδιότητες που ο άνθρωπος δεν μπορεί να συλλάβει, γιατί είναι
πεπερασμένο ον και σαν πεπερασμένο ον μόνο πεπερασμένα όντα μπορεί να
συλλάβει. Από όλα τα κατηγορήματα του Θεού, ο άνθρωπος μπορεί να συλλάβει
μόνο δύο, τη νόηση και την έκταση.
Σύμφωνα με αυτή την πανθεϊστική αντίληψη του Σπινόζα, ότι ο Θεός ταυτίζεται
με το σύνολο των πραγμάτων του κόσμου, συνεπάγεται ότι όλα τα πράγματα που
υπάρχουν στον κόσμο, υπάρχουν με τις ιδιότητες της έκτασης και της νόησης. Για το
Σπινόζα δεν υπάρχει αλληλεπίδραση μεταξύ σώματος και ψυχής, γιατί η ψυχή και το
σώμα δεν είναι υποστάσεις, αλλά κατηγορήματα ή ιδιότητες μιας ενιαίας ουσίας και
στο σύμπαν δεν μπορούν να υπάρχουν πολλές διαφορετικές ουσίες. Η ψυχή και το
σώμα είναι το ίδιο και το αυτό πράγμα εννοούμενο άλλοτε κάτω από το κατηγόρημα
της σκέψης και άλλοτε κάτω από το κατηγόρημα της έκτασης(μονισμός). Για τον
Σπινόζα η γνώση είναι κάτι που προέρχεται απαγωγικά από σαφείς ιδέες και η
αντικειμενική γνώση έρχεται μόνο με τα μαθηματικά που λειτουργούν με ορισμούς
και έννοιες και όχι με γενικές ιδέες που παίρνουμε από τις εμπειρίες. Η γνωσιολογία
του Σπινόζα, αλλά και η ηθική του διακατέχονται από τον γεωμετρικό τρόπο σκέψης
και προσπαθεί να αντιμετωπίσει τα ανθρώπινα πάθη σαν να είναι τρίγωνα και
παραλληλόγραμμα. Για τον Σπινόζα υπάρχουν τρία είδη γνώσης: Η γνώμη, ο Λόγος
και η ενορατική γνώση. Ο Σπινόζα αντιτίθεται στην τελεολογική αντίληψη για τη
φύση και πολεμά τον υλομορφισμό της θεολογίας, ερχόμενος σε αντίθεση με τον
Ακινάτη, θεωρώντας ότι για τη σχέση Θεού-κόσμου είναι άτοπο να γίνεται λόγος για
σκοπούς της θεότητας και ιδιαίτερα για σκοπούς που έχουν να κάνουν με τον
άνθρωπο, γιατί τα πάντα απορρέουν με αιώνια αναγκαιότητα από την ουσία της
θεότητας. Σύμφωνα με τον Σπινόζα «τα πάντα λειτουργούν μέσα από μια αιτιακή
αλληλεπίδραση και ο κόσμος είναι ένα κλειστό σύστημα που υπάρχει στον εαυτό του
και φέρει μέσα του την αιτία της ύπαρξής του». Για τον Σπινόζα το πνεύμα είναι η
ιδέα και η συνείδηση του σώματος και το σώμα μια μοναδικότητα που εκφράζει τη
συνείδηση αυτή. Το πνεύμα-ιδέα του σώματος, ενόσω ζει, τείνει να εμμένει στο είναι
του. Η τάση αυτή, του είναι, αποτελεί το θεμελιώδες πάθος που χαρακτηρίζει τα
ανθρώπινα όντα.

6

Συμπερασματικά, μπορούμε να πούμε ότι ο Ακινάτης αποδεχόταν τις
αριστοτελικές ιδέες της αιτιότητας, αλλά έπρεπε να τις τροποποιήσει προς την
κατεύθυνση της διδασκαλίας του Αυγουστίνου. Ασπάστηκε την αριστοτελική
διάκριση μεταξύ ουσίας και ύπαρξης(που συμπίπτουν μόνο στον Θεό),αλλά
προσέθεσε ότι δεν υπάρχει ουσία χωρίς ύπαρξη. Για τον Ακινάτη η ύλη δεν έχει
ύπαρξη ανεξάρτητη από τη μορφή. Απέρριψε την αριστοτελική αντίληψη περί
πολλαπλότητας των μορφών, επισημαίνοντας ότι υπάρχει μια μόνο ουσιαστική
μορφή(π.χ η ανθρωπότητα)και ότι η ύλη είναι η αρχή της εξατομίκευσης στο
μεμονωμένο σώμα.
Ο Ντεκάρτ αποτέλεσε σταθμό στον χώρο της νεότερης φιλοσοφίας, αν και οι
ιδέες του δεν είχαν την καλύτερη κατάληξη. Προσπάθησε να απεγκλωβίσει τη
φιλοσοφία από τη σχολαστική και να αποκαταστήσει την εμπιστοσύνη στις νοητικές
δυνάμεις του ανθρώπου. Προσπάθησε να απελευθερώσει το πνεύμα από τις αυθεντίες
του παρελθόντος. Χρησιμοποιώντας την αμφιβολία ως μέθοδο και αρνούμενος να
δεχτεί ως αληθινό οτιδήποτε για το οποίο είναι λογικά δυνατόν να αμφιβάλλουμε,
μας απογυμνώνει από τις συνηθισμένες ιδέες και υποθέσεις μας, μάς ξαναφέρνει στην
αρχή και επιχειρεί να αρχίσει ξανά τη γνώση από την αρχή. Με την διάκριση μεταξύ
ύλης και πνεύματος βοήθησε μακροπρόθεσμα μάλλον τον υλισμό παρά την
πνευματοκρατία. Συντέλεσε στην αντιμετώπιση του υλικού κόσμου ως ενός
αυτόνομου αντικείμενου μελέτης.
Ο Σπινόζα επηρεασμένος από τη νοησιαρχική ερμηνεία της ηθικής του
Ντεκάρτ θεωρεί επίκεντρο της φιλοσοφίας του όχι την επιστήμη, όπως ο Ντεκάρτ,
αλλά την ίδια την ζωή. Θέλει να μιλήσει για το Θεό, τον άνθρωπο, την ευτυχία, τα
ανθρώπινα πάθη και τις ορμές σαν να είναι γραμμές και επίπεδα, και δεν θέλει να
συνθλίψει τα πάθη για την επίτευξη της ηθικής, όπως κάνει ο Ντεκάρτ. Ο Σπινόζα
υποστηρίζει ότι ο άνθρωπος-η φύση του οποίου δεν συνιστά παρά μια πεπερασμένη
κατάσταση της θείας ουσίας-δεν διαθέτει ελευθερία βούλησης. Ο άνθρωπος για τον
Σπινόζα, αγνοώντας τις αιτίες που προσδιορίζουν την ύπαρξή του και αδυνατώντας
να συλλάβει τις μακροπρόθεσμες συνέπειες των επιλογών και των πράξεών του,
παραμένει δούλος των παθών του. Η μεγαλύτερη ευτυχία για τον άνθρωπο είναι να
συνενωθεί με το θεό και αυτό επιτυγχάνεται με την ενορατική γνώση της ουσίας και
των χαρακτηριστικών του θεού. Μόνο αυτού του είδους η σοφία θα εξασφαλίσει

7

στον άνθρωπο την ελευθερία και θα του χαρίσει την ευδαιμονία, συμβάλλοντας στην
ενδυνάμωση του χαρακτήρα του απέναντι στα πάθη.
Εν κατακλείδι μπορούμε να πούμε ότι η νεότερη ευρωπαϊκή φιλοσοφία κατά
τον 17ο αιώνα σημειώνει μια σημαντική ρήξη, τόσο με τον σχολαστικισμό του
Μεσαίωνα όσο και με ολόκληρη τη μέχρι τότε φιλοσοφική παράδοση. Ο κόσμος
παύει πλέον να γίνεται αντιληπτός μέσα από μια πολύπλοκη σύνδεση και σχέση με το
Θεό και ερμηνεύεται με βάση την εμπειρία και τη λογική.