Αντί μνημοσύνου στους 300 Εβρίτες Μαχητές που πολέμησαν στη Μάχη της Κρήτης

Γράφει η Ελένη Θεοδωρακοπούλου / Επιμέλεια κειμένου Στέλλα Ν. Καραμήτρου

Έχουν περάσει 81 χρόνια από την συμμετοχή στη μάχη της Κρήτης κατά των Γερμανών, των 300 περίπου Θρακιωτών νεοσύλλεκτων που κλήθηκαν και παρουσιάστηκαν στον Ελληνικό Στρατό για να λάβουν μέρος στις μάχες του 1941.

Στις 20 Μαρτίου του 1941, φθάνει εγκύκλιος σε όλα τα χωριά για επιστράτευση της κλάσεως 41, ενώ μαίνεται ο πόλεμος στην Αλβανία. Η είδηση της επιστράτευσης συγκλονίζει όλους τους κατοίκους του Έβρου. Από κάθε οικογένεια έχει ήδη επιστρατευθεί ο πατέρας ή ο αδερφός στο μέτωπο της Αλβανίας. Πίσω έμειναν λίγοι νέοι, γυναίκες, παιδιά και γέροντες. Οι γυναίκες φροντίζουν τους ηλικιωμένους και ασχολούνται με τις βαριές αγροτικές εργασίες.

Η πολιτεία επιστράτευσε όλα τα ζώα από την περιοχή του Έβρου. Γράφει στο βιβλίο του «Η Μάχη της Κρήτης» ο Χρήστος Ρουσσόπουλος από το Νέο Χειμώνιο, ότι, λίγες μέρες πριν επιστρατευθεί, παρέδωσε επτά  βουβάλια και ένα βόδι. Στον στάβλο απέμειναν ένα βόδι και μια βουβάλα. Πως είναι δυνατόν όμως μια βουβάλα άζευτη να γίνει ζευγάρι στον ζυγό του κάρου με ένα βόδι; Όσοι έχουν ασχοληθεί με το ζέψιμο των ζώων γνωρίζουν πολύ καλά τι σημαίνει αυτό. Σε όλα τα σπίτια επικρατεί αναστάτωση και απόγνωση, όμως πρέπει να κάνουν την καρδιά τους πέτρα και να ετοιμάσουν ότι μπορούν για τους νέους που φεύγουν. Οι φούρνοι ανάβουν και ψήνουν ψωμιά, τσουρέκια και ότι άλλο είναι εύκολο για να το βάλουν στο μάλλινο ταγάρι που θα πάρει μαζί του ο επίστρατος.

Η τελική ημερομηνία αναχώρησης είναι με το τραίνο που θα ξεκινήσει από την Ορεστιάδα στις 3 Απριλίου 1941. Στον σιδηροδρομικό σταθμό της Ορεστιάδας έχει συγκεντρωθεί πάρα πολύς κόσμος για να αποχαιρετίσει τα παλληκάρια που φεύγουν για το μέτωπο. Το τραίνο σφυρίζει και ξανασφυρίζει για την αναχώρηση, χιλιάδες μαντήλια κινούνται, χέρια σηκώνονται για τον αποχαιρετισμό. Οι νέοι κρεμασμένοι στα παράθυρα του τραίνου τραγουδούν για να δώσουν θάρρος στους δικούς τους και να πνίξουν τα δάκρυά τους. Οι Εβρίτες σε όλη την διαδρομή δεν σταματούν να τραγουδούν μέχρι που φτάνουν στην Αθήνα. Την πρώτη βραδιά μένουν σε στρατόπεδο στον Πειραιά και γίνονται αυτόπτες μάρτυρες του μεγάλου βομβαρδισμού του λιμανιού από δυο Γερμανικά αεροπλάνα. Βλέπουν την ανατίναξη του φορτηγού πλοίου, που ήταν φορτωμένο με μεγάλες ποσότητες πολεμικού υλικού και θα απέπλεε στην Θεσσαλονίκη για την ενίσχυση του νέου μετώπου της Μακεδονίας, του Μπέλλες και του Ρούπελ.

Την επόμενη μέρα βαδίζουν πάνω σε συντρίμμια από σπασμένα τζάμια, κομμάτια από τσιμέντα και σίδερα, ρολά καταστημάτων, σοβάδες τοίχων και με πολύ κόπο φτάνουν στον σταθμό της Πελοποννήσου, από όπου αναχωρούν για το Ναύπλιο. Εκεί εκπαιδεύονται για δέκα μέρες και μετά επιβιβάζονται σε μεγάλα εμπορικά πλοία, τα οποία αναχωρούν προς άγνωστο για αυτούς προορισμό. Ευρισκόμενοι εν πλω, ψάλλουν το ΧΡΙΣΤΟΣ ΑΝΕΣΤΗ και ανήμερα του ΠΑΣΧΑ αποβιβάζονται στο λιμάνι της Σούδας. Η οδηγία είναι να προωθηθούν βάδην προς το  Ηράκλειο.

Στις 22 Απριλίου 1941 χωρίς άλλα πολεμικά εφόδια παρά μόνο με δεκαπέντε σφαίρες ο καθένας στην τσέπη του και με το σακίδιο που έχουν από το χωριό, ξεκινούν με τα πόδια για το Ηράκλειο. Φτάνοντας εκεί τους χωρίζουν σε διμοιρίες και βγαίνουν από την πόλη. Κατασκηνώνουν κάτω από τις ελιές, δίχως κουβέρτες, δίχως σκηνές και με ελάχιστη τροφή. Δίπλα τους έχουν κατασκηνώσει μονάδες των συμμάχων με σκηνές, με ζεστές κουβέρτες και πλούσια τροφή. Τις επόμενες μέρες οδηγούνται στους πρόποδες του Κακού Όρους, όπου ανοίγουν με τα ξίφη τους ατομικά ορύγματα για να προφυλαχτούν από τους βομβαρδισμούς που συνεχώς αυξάνονται. Οι μαχητές κατά την διάρκεια των μαχών σιτίζονται ελάχιστα και αναγκάζονται να τρίβουν στάχυα από τα γύρω χωράφια και να τρώνε το σιτάρι. Πολλές φορές, τυχαία στα γύρω χωράφια  βρίσκουν κάποιο κουκί ή κρεμμυδάκι για να συμπληρώσουν την τροφή τους.

Στις 20 Μαΐου 1941 αμέτρητα γερμανικά αεροπλάνα σκεπάζουν τον κρητικό ουρανό. Αρχίζει σφοδρότατος βομβαρδισμός με στόχο την πόλη του Ηρακλείου, το αεροδρόμιο, το λιμάνι και την γύρω περιοχή. Η γη σείεται από τον ανελέητο βομβαρδισμό. Αμέσως πολυάριθμα σμήνη μεταφορικών αεροσκαφών πραγματοποιούν ρίψεις επίλεκτων αλεξιπτωτιστών που πέφτουν κατά χιλιάδες. Ακολουθούν σκληρές μάχες με πολλές απώλειες από την πλευρά των Γερμανών, χάρη στην ηρωϊκή αντίσταση των Ελλήνων μαχητών και των συμμάχων. Επί δέκα μέρες οι βομβαρδισμοί συνεχίζονται καθώς και οι ρίψεις αλεξιπτωτιστών από τα μεταγωγικά αεροπλάνα Γκούγκερς. Η άμυνα κρατά γερά. Ήταν η πρώτη φορά που οι Γερμανικές δυνάμεις συναντούν σθεναρή αντίσταση.

Αλεξιπτωτιστές

Μετά από σκληρούς αγώνες δέκα ημερών, η Μάχη της Κρήτης, λήγει με την επικράτηση των Γερμανών. Η συνθηκολόγηση της παράδοσης της Κρήτης στις Γερμανικές δυνάμεις γίνεται την 1η Ιουνίου 1941. Στις δύο Ιουνίου οι μαχητές παραδίδουν τον οπλισμό τους στα πεζά Ηρακλείου. Τα τελευταία λόγια του Λοχαγού Παρίτση πριν την παράδοση του οπλισμού έμειναν χαραγμένα στη μνήμη όλων: «Τα τουφέκια θα μας τα πάρουν, μα την ελληνική καρδιά δεν θα μπορέσουν να μας την πάρουν. Τα όπλα όταν μας χρειαστούν θα τα πάρουμε πίσω πάλι».

Ακολουθεί η αιχμαλωσία. Αρχικά τους παραδίδουν σε οικογένειες στα γύρω χωριά του Ηρακλείου για να φιλοξενηθούν και να σιτίζονται. Μετά από περίπου έναν μήνα, τους συγκεντρώνουν στο γιαπί του Γηροκομείου Κρήτης, το σημερινό Καπετανάκειο Γυμνάσιο. Οι συνθήκες υγιεινής και  διαβίωσης στο γιαπί είναι φρικιαστικές. Διψασμένοι και πεινασμένοι κοιμούνται στο τσιμεντένιο πάτωμα, χωρίς κουβέρτες, κουρελήδες και με πολλές ψείρες επάνω τους.  Στο λαιμό όλων κρέμεται ένα αλουμινένιο πέταλο, αριθμημένο, που γράφει στα γερμανικά «ΦΥΛΑΚΙΣΜΕΝΟΙ ΚΡΗΤΗΣ».

Οιαιχμάλωτοι δουλεύουν σκληρά κατά ομάδες, σε διάφορες εργασίες του αεροδρομίου, των πλατειών και των δρόμων υπό την αυστηρή επίβλεψη των Γερμανών φρουρών, που πολλές φορές τους χτυπούν με τα κοντάκια των όπλων τους και τους κλωτσούν με τις βαριές τους μπότες. Ακόμα και όταν κάποιος αιχμάλωτος είναι άρρωστος από τις κακουχίες και την ασιτία, πάλι τον αναγκάζουν να πηγαίνει στις σκληρές εργασίες με ελάχιστο ψωμί και χωρίς νερό.

Η πιο οδυνηρή όμως εργασία των αιχμαλώτων κατά τις πρώτες μέρες της αιχμαλωσίας ήταν η εκκαθάριση των πεδίων των μαχών από τα πτώματα των νεκρών Γερμανών, που ήταν σε βαθιά σήψη. Οι υψηλές θερμοκρασίες στο νησί τον μήνα Ιούλιο δυσκόλευαν την εργασία περισυλλογής των πτωμάτων. Οι Γερμανοί που επέβλεπαν φορούσαν ειδικές προστατευτικές μάσκες, ενώ στους αιχμαλώτους δεν επιτρεπόταν ούτε μαντήλι να φορούν.

Τιμητική Εκδήλωση για τους 300 Εβρίτες Μαχητές στην Ορεστιάδα

Αυτά τα παλληκάρια, οι νεοσύλλεκτοι της κλάσεως 41, βρέθηκαν στη φωτιά της φοβερής αυτής μάχης, βιώνοντας όλα τα δεινά της τραγωδίας του πολέμου. Οι δικοί τους άνθρωποι στον Έβρο δεν έχουν νέα τους για περισσότερο από έναν χρόνο. Η δοκιμασία τους τελειώνει στις αρχές του 1942, όταν πλέον οι Γερμανοί σταδιακά τους δίνουν απολυτήρια για να επιστρέψουν στα σπίτια τους. Ευχή όλων μας είναι ο επίλογος από το βιβλίο “Η Μάχη της Κρήτης”, του Χρήστου Ρουσσόπουλου: «Θα ήθελα να ευχηθώ να μην ξαναγίνουν πόλεμοι. Να μην υπάρχουν κατακτητές και σκλάβοι. Να μην υπάρχουν νικητές και νικημένοι. Να μην υπάρχουν πρόσφυγες και αγνοούμενοι. Να μην γίνουν και άλλοι ήρωες. Παράσημα ανδρείας να δοθούν για ειρηνικά έργα και αυτοθυσίες».