12 Ιουλίου 1913 Μεγάλη πυρκαγιά και σφαγές στο Μεγάλο Ζαλούφι

Γράφει από μνήμης η Ελένη Θεοδωρακοπούλου

Το Μεγάλο Ζαλούφι, ένα κεφαλοχώρι της Ανατολικής Θράκης, η γενέτειρα των παππούδων μου και των γονέων μου, υπέστη και αυτό τα δεινά της γενοκτονίας, του εκτοπισμού και της αναγκαστικής εγκατάλειψης. Σε ευθεία γραμμή από το χωριό μου, το Νέο Χειμώνιο, πέρα από τον ποταμό Έβρο και σε απόσταση 12χλμ., βρίσκεται το Μεγάλο Ζαλούφι. Σήμερα κατοικείται από Τούρκους και φέρει το όνομα Κίρτζαλι. Πριν το 1913 ήταν κεφαλοχώρι με 600 κατοίκους. Πλούσιο χωριό με ιδιαίτερα γόνιμο έδαφος και με αφθονία παραγωγής δημητριακών και σιτηρών. Από τις καλλιέργειες του όμως δέσποζε η αμπελουργία. Σε όλη την Ανατολική Θράκη είναι ξακουστά τα κρασιά του καθώς και το μυρωδάτο τσίπουρο.

Οι κάτοικοί του είναι Αρβανίτες, τους χαρακτηρίζει η εξυπνάδα, η μπέσα και η εργατικότητα. Για αυτό όμως που διακρίνονται οι Αρβανίτες είναι το πείσμα και η ισχυρογνωμοσύνη.

Δύο σπουδαία γεγονότα σημάδεψαν την ιστορία του Μεγάλου Ζαλουφιού και έμειναν αξέχαστα σε όσες Ζαλουφιώτισσες και Ζαλουφιώτες κατάφεραν να επιζήσουν και να τα μεταφέρουν σε όλους μας. Το ένα ήταν η καταστροφή του Ζαλουφιού στις 12 Ιουλίου του 1913 και το άλλο ο θλιβερός ξεριζωμός τον Οκτώβρη του 1922. Γλαφυρά μας περιγράφει την καταστροφή ο αείμνηστος Χρήστος Ρουσσόπουλος σε ποίημά του που μελοποίησε ο ίδιος. Ενδεικτικά αναφέρω λίγους στίχους:

«Φωτιά, καπνός, αντάρα σε όλο το χωριό  σκότωσαν τετρακόσιους και ζώα εκατό. Ποτάμι μες τους δρόμους τα ξακουστά κρασιά που σμίγουν με το αίμα απ’τα αθώα τα παιδιά».

Στο βιβλίο του για το Μεγάλο Ζαλούφι, ο τότε Επιθεωρητής Δημοτικής Εκπαίδευσης, ο αείμνηστος Τολίδης Γεώργιος του Νικολάου, μας περιγράφει τις σφαγές, την πυρκαγιά και την καταστροφή του Ζαλουφιού. Με πολλά στοιχεία και μαρτυρίες αναφέρεται στη σφαγή των Ζαλουφιωτών και ο νεαρός ερευνητής και συγγραφέας, αρβανίτης στην καταγωγή από το Τυχερό, Δημήτριος Δαλάτσης. Στη μεγάλη πυρκαγιά και της σφαγές αναφέρεται και ο αείμνηστος Χειμωνιώτης Ρουσσόπουλος Χρήστος στο βιβλίο του «Το Μεγάλο Ζαλούφι».

Γράφει ο Τολίδης που έζησε την μεγάλη καταστροφή στην τρυφερή παιδική του ηλικία: «Η μητέρα μου, πολύ πρωί, νύχτα ακόμα, βλέποντας την πυρκαγιά στα πρώτα σπίτια του χωριού μ’άρπαξε στην αγκαλιά της, πήρε τον αδερφό μου τον Τόλη από το χέρι και λίγες ετοιμασίες και αρχίσαμε να τρέχουμε. Μπροστά μας και σε μεγάλη απόσταση βλέπαμε και άλλες γυναίκες με τα παιδιά τους να τρέχουν μακρυά από το χωριό. Τρέχαμε για να τις φτάσουμε για να είμαστε όλοι μαζί. Είχαμε και ευθύνη προς το χωριό Ασλάν (Λεοντάριο). Αυτή η περιοχή μεταξύ των δύο χωριών, (Ζαλούφι και Ασλάν) είχε μεγάλα δάση με πολλά και πυκνά δέντρα. Μαζί μας ήταν η θεία μου Τριανταφυλλιά, η συνυφάδα της, η νεόνυμφη Τρίγκογλου και άλλες γυναίκες με παιδιά. Όταν φτάσαμε στο μεγάλο δάσος μπήκαμε μέσα στα πυκνά δέντρα και σκεπαστήκαμε με κλαδιά και φύλλα. Το απόγευμα όμως κατέφθασε μια ομάδα από Τούρκους στρατιώτες που αμέσως άρχισαν να τραβούν τις πρώτες γυναίκες προς τα έξω και να τις χτυπούν δυνατά με τα μεγάλα ρόπαλά τους. Στη συνέχεια τις μαχαίρωναν σε διάφορα σημεία του σώματός τους. Εμείς τα παιδιά είχαμε φοβηθεί πάρα πολύ που κρατούσαμε μέχρι και την αναπνοή μας. Η μητέρα μου από τα δυνατά χτυπήματα και τα μαχαιρώματα εξέπνευσε αμέσως. Η νύφη Τρίγκογλου αν και μαχαιρωμένη ψέλλισε: «Κυράτς να θε-ρν ουλκέτ,(συνυφάδα μας κατέσφαξαν τα σκυλιά)». Οι Τούρκοι δεν είχαν απομακρυνθεί. Άκουσαν τις φωνές, γύρισαν και την αποκεφάλισαν. Εμάς τα παιδιά μας είχε κυριεύσει ο φόβος αλλά πιο μεγάλη ήταν η θλίψη και η πίκρα που νιώθαμε. Είχαμε παρακολουθήσει τους ξυλοδαρμούς και την σφαγή αγαπημένων μας προσώπων και αναπνέαμε με δυσκολία.

« Χωρίς ψωμί και με λιγοστό νερό μείναμε δυο μέρες και δυο νυχτες στο δάσος και όταν πλέον δεν ακούγαμε τούρκικες φωνές βγήκαμε από τις κρυψώνες μας και με πολύ βαριά καρδιά γυρίσαμε στο χωριό. Για τρεις μέρες οι Τούρκοι έκαιγαν, λεηλατούσαν και έσφαζαν χωρίς να κάνουν διάκριση σε ανθρώπους και ζώα. Οι μεγάλες φλόγες σε σπίτια και στάβλους έκαναν τον ουρανό κατάφωτο. Πυροβολισμοί, κραυγές Ζαλουφιωτών, μουγκρίσματα ζώων ακούγονταν από κάθε γωνιά του χωριού. Οι Ζαλουφιώτες τα έχουν κυριολεκτικά χαμένα. Τη φρίκη της κατάστασης την κάνουν πιο φρικτή τα ανθρώπινα πτώματα ανδρών, γυναικών και παιδιών. Άλλοι χάνονται από σφαίρες άλλοι είναι κατακρεουργημένοι και άλλοι σφαγμένοοι από μαχαίρια. Οι φλόγες και οι καπνοί φαίνονται από τα διπλανά χωριά και ακούγονται τα στριγκλίσματα αλλά δεν μπορούν να τους βοηθήσουν παρά καρτερικά να περιμένουν την σειρά τους».

Όσον αφορά τον αριθμό των νεκρών, ο Ρουσσόπουλος αναφέρει 350-400, ο Τολίδης γράφει πως ο αριθμός αυτός είναι άγνωστος και η Επιτροπή Κάρνεγκι κάνει λόγο για 560 νεκρούς. Η Μαύρη Βίβλος του Οικουμενικού Πατριαρχείου αναφέρει: «Μέγα Ζαλούκι. Το χωρίον τούτο υπέστη πολλές κακώσεις κατά την ανακατάληψιν, οπότε εφονεύθησαν υπό των επελαυνόντων περί τους 130». Ο Δαλάτσης αναφέρει ότι άρπαξαν πάνω από5.000 ζώα και 20.000 προβατίνες. Κατέστρεψαν 10 μεγάλες ειδικές αποθήκες κρασιών, που η κάθε μια είχε πάνω από 2.000 οκάδες κρασί. Για δολιοφθορά άνοιξαν τις κάνουλες ή σπάσαν τα βαρέλια με τσεκούρια και χύθηκαν πάνω από 15.000 οκάδες κρασιού. Οι Νεότουρκοι εφάρμοσαν το εξοντωτικό τους πρόγραμμα για τον αφανισμό των Ανατολικοθρακιωτών.

«Γιάγμα-γιάγκιν-κεσίν. (Αρπάξτε-κάψτε-σφάξτε)». Στα πλαίσια αυτής της μισελληνικής πολιτικής καίγεται το Ζαλούφι. Μετά την καταστροφή όσες οικογένειες έμειναν στο Ζαλούφι, έζησαν τα μελανότερα χρόνια της ζωής των. Με πολλά μέλη της οικογένειας να λείπουν λόγω του ότι είχαν σφαγιαστεί, χωρίς πρόβατα, χωρίς ζώα για ζυγό, χωρίς περιουσία και με τον Τούρκο πάνω από το κεφάλι τους, ζουν ένα δράμα. Η πείνα μαζί με το ψύχος θέριζε νέους και γέρους. Το σχολείο δεν λειτουργούσε για πολλά χρόνια. Ο Ζαλουφιώτης δάσκαλος Κεσκινίδης Χρήστος επιστρατεύθηκε από τους Τούρκους στα τάγματα εργασίας και πέθανε από τις κακουχίες, μας πληροφορεί ο Τολίδης στο βιβλίο του. Ο πόνος σιγά-σιγά μαλάκωσε και οι Ζαλουφιώτες με μια ακατανίκητη φλόγα και δύναμη ξαναστάθηκαν στα πόδια τους. Τα χωράφια άρχισαν να καλλιεργούνται, τα αμπέλια φορτώθηκαν σταφύλια και γέμισαν πάλι τα βαρέλια με κρασί και τσίπουρο. Το χωριό ξαναβρήκε την παλιά καλή ζωή του.

Άρχισαν πάλι τα γλέντια και οι χοροί στην πλατεία του χωριού. Στα ομαδικά ή οικογενειακά γλέντια λέγεται ότι το κρασί σερβίρονταν με την μπακίρα, σπανίως με την χλιάρα και για μεζέ είχαν ψημένο αρνί ή ακόμα και ολόκληρη προβατίνα. Οι γεροντότεροι στις παρέες τραγουδούσαν συνοδεία γκάϊντας και χτυπούσαν τις γροθιές στο τραπέζι, τραγούδια των καπεταναίων του Ζαλουφιού, του καπετάν-Δόλκα, του Σταμπόλη Βόσβο, του καπετάν Δημητράκ Βοηβόντα. Μορφή ιεροτελεστίας έπαιρνε ο χορός τα Χριστούγεννα, το Πάσχα και τις Αποκριές. Έμπαιναν στο χορό οι γεροντότεροι πιασμένοι από τα ζωνάρια με τις γκάϊντες και το γκαβάλι ή με το τραγούδι των κοριτσιών. Χόρευαν σιγά-σιγά ρυθμικά παρουσιάζοντας ένα θέαμα πολύ σοβαρό. Έτσι πέρασαν δυο χρόνια ειρήνης, εκεχειρίας και ξενοιασιάς στο Μεγάλο Ζαλούφι. Και να ‘μαστε στο Σεπτέμβριο του 1922 και ακολουθεί ο θλιβερός ξεριζωμός».