Περί ηθικής ελευθερίας στα έργα του Καντ και Χέγκελ. Κριτική του Χέγκελ στην ηθική του Καντ. Κοινές συνιστώσες.

Γράφει ο Δημήτρης Θρακιώτης – Ιστορικός

Κατά τον 18 ο αιώνα, παράλληλα με το γαλλικό Διαφωτισμό και τον αγγλικό
Εμπειρισμό, στη Γερμανία αναπτύχθηκε ένα αντίστοιχο φιλοσοφικό ρεύμα, με
θεμελιώδη χαρακτηριστικά τον ορθολογισμό και την υποταγή της πραγματικότητας
στη σκέψη. Η Γερμανική φιλοσοφία είναι το στάδιο της ανάπτυξης της φιλοσοφίας
που προέρχεται από τη σύνθεση του Γαλλικού διαφωτισμού και του Αγγλικού
σχετικισμού και εμπειρισμού.

ΙΜΜΑΝΟΥΕΛ ΚΑΝΤ(1724-1804)
Ένα σημαντικό μέρος της ηθικής φιλοσοφίας του Κάντ αποτελεί η θεωρία περί
ελευθερίας. Η έννοια της ελευθερίας στον Κάντ αποτελεί έννοια-κλειδί, στο βαθμό
που επιτρέπει με έναν συγκεκριμένο τρόπο τη μετάβαση από τα γνωσιοθεωρητικά
προβλήματα που ο Κάντ πραγματεύθηκε στην «Κριτική του καθαρού λόγου», στα
πρακτικά, δηλαδή ηθικά προβλήματα που αποτελούν το θέμα τριών κυρίως έργων
του: της «θεμελίωσης στη Μεταφυσική των ηθών»(1785), της «Κριτικής του
πρακτικού λόγου»(1788) και της «Μεταφυσικής των ηθών»(1797).
Ο Κάντ στο έργο του «Κριτική του πρακτικού λόγου» συνδέει τον ηθικό τρόπο
δράσης του ανθρώπου με την καθαρή βούληση, χάρη στην οποία είναι δυνατή η
ελευθερία του ανθρώπου, που αποτελεί το απαραίτητο στοιχείο προκειμένου οι
πράξεις να αποκτήσουν ηθικό χαρακτήρα. Τα στοιχεία που συνιστούν την ηθική
φιλοσοφία του Κάντ, σε συνάρτηση με τις προηγούμενες θεωρίες, είναι η θεμελίωση
της ηθικότητας σε a priori αρχές του πρακτικού λόγου, η ενόραση της ηθικής
υποχρέωσης(το καθήκον για το καθήκον), ο καθολικός σεβασμός του ηθικού νόμου
και ο επιτακτικός χαρακτήρας του που εκφράζεται με την κατηγορική προστακτική
σε διάφορες μορφές, ο απόλυτα ηθικός χαρακτήρας της «καλής θέλησης», η
αποδέσμευση της ηθικής αρετής από την ευδαιμονία, η αυτονομία του ανθρώπινου
προσώπου, η σχέση της ηθικότητας με τη λογικότητα, η προτεραιότητα του ορθού
απέναντι στο αγαθό κ.λ.π. Ο Κάντ υποστηρίζει ότι η έννοια του ηθικά ορθού δεν

μπορεί να έχει εμπειρικές καταβολές, οι ηθικές αρχές δεν είναι μερικές, ενδεχόμενες,
σχετικές και υποκειμενικές, αλλά καθολικές, αναγκαίες και αντικειμενικές. Αυτό
ακριβώς φανερώνει ότι δεν είναι εμπειρικές, αλλά στηρίζονται στον ορθό λόγο. Ο
Γερμανός φιλόσοφος ασχολήθηκε με τη σχέση που υπάρχει ανάμεσα στο υποκείμενο
της γνώσης(το ανθρώπινο ον) και το αντικείμενο της γνώσης(την πραγματικότητα). Ο
φιλόσοφος απέδιδε στο ανθρώπινο ον υπερβατική αναλυτική ικανότητα(που
προϋπάρχει της εμπειρίας των αισθήσεων), η οποία μέσω της νόησης του επιτρέπει
να μετατρέπει τις καθαρές έννοιες σε δεδομένα εμπειρίας. Με αυτό τον τρόπο θέτει
το ζήτημα ύπαρξης ενός καθολικού ηθικού νόμου χρησιμοποιώντας τον όρο
«κατηγορική προσταγή».
Για τον Κάντ ο άνθρωπος ως πράγμα καθαυτό είναι αυτόνομος και μόνο ως
προς τη βιολογική του διάσταση ετεροκαθορίζεται από τον φυσικό νόμο. Η ελευθερία
του ατόμου συνίσταται στη δυνατότητα να υπερβεί την πίεση των εξωτερικών
συνθηκών και να πράξει σύμφωνα με την καθαρή ιδέα του καθήκοντος. Αυτού του
είδους η ελευθερία είναι θεμέλιο της ηθικότητας που εξηγεί όλα τα επιμέρους
φαινόμενα του πρακτικού λόγου χωρίς ποτέ να μπορεί να εξηγηθεί η ίδια με κανένα
τρόπο. Εάν δεν υπάρχει ελευθερία, τότε η ηθική πράξη είναι αδύνατη, και το άτομο
είναι έρμαιο των εγωιστικών και ωφελιμιστικών τάσεων της ψυχής του. Σύμφωνα με
τον Κάντ, ο άνθρωπος πρέπει να πράττει σύμφωνα με την επιταγή του δέοντος,
απλώς και μόνο επειδή το ορίζει ο βαθύτερος καθαρός εαυτός του(αυτοεκτίμηση,
αξιοπρέπεια). Η πρακτική λειτουργία που μας αποκαλύπτει το ηθικό μας χρέος, το
πώς πρέπει να πράττουμε, στηρίζεται στην καθαρή μας βούληση, στη βούληση που
προέρχεται από την απόλυτα ελεύθερη επιλογή μας, εκείνη που δεν σχετίζεται με
κανένα εμπειρικό γεγονός ή σκοπιμότητα. Ο άνθρωπος υπάρχει όχι για να γνωρίζει
αλλά για να πράττει και εδώ βρίσκεται η πρωτοκαθεδρία του πρακτικού λόγου, ο
στοχασμός δηλαδή γύρω από τα ζητήματα που έχουν να κάνουν με την ηθική του
κοινωνικού βίου. Η καθαρή βούληση και η καλή θέληση, προϊόντα της ανθρώπινης
λογικής που ταυτίζονται με τον πρακτικό λόγο, είναι εκείνα τα στοιχεία που ορίζουν
σε κάθε έλλογο ον πώς πρέπει να πράττει. Η περίφημη κατηγορική προσταγή «πράττε
έτσι ώστε η ρυθμιστική αρχή της βούλησής σου να μπορεί να καταστεί ταυτόχρονα
καθολικός νόμος» προϋποθέτει αυτή την ελεύθερη επιλογή.
Ο Γερμανός φιλόσοφος ορίζει τελικά την ηθική όχι ως επιστήμη των νόμων της
φύσης, αλλά ως επιστήμη των νόμων της ελευθερίας, και την ηθικότητα ως μία πάλη

3

ανάμεσα στις επιταγές της συνείδησης και τις ορμές της αισθητικότητας. Ο άνθρωπος
χωρίς τη φωνή του ηθικού νόμου μέσα του, δεν θα μπορούσε ποτέ να φτάσει στη
γνώση και να ανυψωθεί πάνω από τους περιορισμούς που του θέτουν η φύση και η
αισθητικότητα. Για τον Κάντ όλη η ανέλιξη του πολιτισμού στηρίζεται στην
προσπάθεια να πραγματωθούν όλοι οι κανόνες της ηθικής σε πείσμα του
ωφελιμισμού, πράγμα που βρίσκεται στην αυτοσυνειδησία του ατόμου. Έτσι η
προσπάθεια να συνδεθεί η ηθική με υπολογισμούς που έχουν να κάνουν με την
ατομική ή συλλογική ωφέλεια παραβιάζει τις θεμελιακές ενοράσεις που ορίζουν την
παιδεία και τον πολιτισμό μας.


GEORG.W.F.HEGEL (1770-1831)
Ο Χέγκελ αναπτύσσοντας τη φιλοσοφική του σκέψη, θέτει πλέον νέα μεγάλα
φιλοσοφικά ζητήματα. Στα έργα του υποστηρίζει ότι η μοναδική πραγματικότητα
είναι η ιδέα, την οποία ταύτιζε με τον Θεό και την αποκαλεί Λόγο ή Απόλυτη Ιδέα. Η
ιδέα ή έννοια εξελίσσεται μέσα στον χρόνο και στην ιστορία και φτάνει στο απόλυτο,
στο τέλος της διαδρομής της. Θεωρεί πως ο απώτατος σκοπός αυτής της εξέλιξης
είναι η επίτευξη της αυτοαναγνώρισης και της αυτοκατανόησης και ότι μέσα από τη
μελέτη αυτής της εξέλιξης, μπορούμε να κατανοήσουμε την ίδια την πορεία της
ανθρώπινης ιστορίας. Για τον Χέγκελ, κάθε φαινόμενο συνιστά την πραγμάτωση μιας
ιδέας. Το πνεύμα είναι έννοια που αυτοπραγματώνεται σε σχέση με τον έξω κόσμο,
δηλαδή στις επαφές του με τη φυσική πραγματικότητα. Ο Χέγκελ δεν πίστευε ότι ο
νους ή το πνεύμα έχουν ανακύψει μέσα από την άψυχη φύση, αλλά ότι αυτά τα ίδια
είναι που αποτελούν κατά κύριο λόγο τη φύση, άρα, αυτά τα ίδια είναι το υποκείμενο
της ιστορικής διαδικασίας που συγκροτεί την πραγματικότητα. Η ιστορία
προϋποθέτει το πνεύμα, το πραγματικό της υποκείμενο, για να έχει νόημα. Καθώς η
διαλεκτική του πνεύματος οδηγεί στην αυτοσυνείδηση, δηλαδή στην ελευθερία, η
ιστορία είναι μια πορεία προς την ελευθερία. Αυτή η μετάβαση είναι η διαλεκτική
διαδικασία. Μία ατελής έννοια η οποία δημιουργεί αντιφάσεις που οδηγούν σε μια
αντίθετη έννοια, η οποία επίσης παρουσιάζει αντιφάσεις. Έτσι η λύση βρίσκεται στον
συνδυασμό τους. Η σύνθεση που προκύπτει έχει, με τη σειρά της, θέση μιας νέας
αντίθεσης και αυτή η ροή είναι συνεχής. Γενικότερα, αυτή η διαλεκτική πορεία
εκφράζεται μέσα από το τρίπτυχο: θέση, αντίθεση, σύνθεση και μέσα από αυτή τη
πορεία η έννοια γίνεται ιδέα και αποκαλύπτεται η αλήθεια.

4

Η Διαλεκτική διαδικασία του Χέγκελ έρχεται σε αντίθεση με τη Διαλεκτική του
Κάντ. Στον Κάντ η Διαλεκτική είχε αρνητική σημασία, καθώς ακολουθούσε μια
πορεία από αντιθετικούς λόγους που ακύρωνε ο ένας τον άλλο καταλήγοντας σε
γνωστικό κενό. Ο Χέγκελ μέσω της Διαλεκτικής δεν δίνει μεγάλη εμπιστοσύνη στην
εμπειρική επιστήμη και στα μαθηματικά, στοιχεία που είχαν σημαντικό ρόλο στη
φιλοσοφία του Κάντ. Σε ένα άλλο σημείο που ασκεί κριτική στον Κάντ, είναι η
έννοια του πνεύματος. Ο Κάντ περιορίζει το πνεύμα στην περιοχή της ανθρώπινης
συνείδησης, ως ένα «Εγώ». Ο Χέγκελ θεωρεί ότι το πνεύμα δεν είναι μια ανθρώπινη
ιδιότητα και η προσπάθεια να αποδοθούν στο πνεύμα κάποιες ιδιότητες ενέχει
κινδύνους.
Ο Χέγκελ με τα έργα του «Φιλοσοφία του Δικαίου» και «Φιλοσοφία της
Ιστορίας» μας εισάγει στην έννοια της ηθικής και της ηθικότητας. Επιχειρεί μια
εννοιολογική διάκριση ανάμεσα στους όρους Moralitat και Sittlichkeit. Ο πρώτος από
αυτούς τους όρους αναφέρεται στην ατομική ηθικότητα, ενώ ο δεύτερος στην
κοινωνική ηθική ζωή(οικογένεια, αστική κοινωνία, κράτος-πολιτεία). Σύμφωνα με
τον Χέγκελ ηθική ζωή είναι ένα σύστημα κανόνων και ηθών που ανήκουν,
ενυπάρχουν μέσα σε ένα κοινωνικό σώμα το οποίο αποτελείται από τις σφαίρες της
κοινωνικής αλληλεπίδρασης και αλληλεξάρτησης, όπου είναι ενταγμένα όλα τα
άτομα. Η ηθική ζωή στην πιο στοιχειώδη μορφή της είναι παρούσα στην οικογένεια
και εκφράζεται με βασικά συναισθήματα όπως η αγάπη, η κατανόηση, το πάθος κ.α.
Σκοπός της οικογένειας είναι να προετοιμάσει τα μέλη της ως ανεξάρτητες ατομικές
οντότητες μέσα στην αστική κοινωνία. Η ηθική ζωή μέσα στην οικογένεια είναι απλά
αυτό που είναι, το σύνολο των νοημάτων και των πρακτικών που οι άνθρωποι έχουν
ως οδηγό στην καθημερινή τους δραστηριότητα. Σύμφωνα με τον Χέγκελ η
οικογένεια είναι η πρώτη οργανική ενότητα ζωής που υποτάσσει το φυσικό «Εγώ» σε
έναν κοινό λόγο, σε μια συλλογική σκοπιμότητα. Στα πλαίσια της αστικής κοινωνίας,
η ηθική είναι υποταγμένη στο πεδίο του δικαίου και της πολιτικής, γεγονός που
εντοπίζεται και στο νόημα των λέξεων αξιοπρέπεια του ανθρώπου, ανθρώπινα
δικαιώματα Ο Χέγκελ θεωρεί ότι όσο πιο πολύ η κοινωνία συνιστά μια κοινωνία
ιδιωτών-ιδιοκτητών, μεμονωμένων ατόμων, σε τόσο μεγαλύτερο βαθμό οι σχέσεις
μεταξύ αυτών των ατόμων διευθετούνται από το δίκαιο και την πολιτική και όχι από
την ηθική, δηλαδή όλο και υποβαθμίζεται η σημασία της ηθικής στην κοινωνία. Ο
Χέγκελ συνδέει την ηθική με την ελευθερία και την ισότητα θεωρώντας ότι κατά

5

κύριο λόγο η ελευθερία και η ισότητα είναι στοιχεία που χαρακτηρίζουν τους ιδιώτες-
ιδιοκτήτες. Συνεπώς, η βάση της ελευθερίας και της ισότητας στην αστική κοινωνία
είναι η ιδιωτική ιδιοκτησία. Με αυτό τον τρόπο η αξιοπρέπεια των ανθρώπων εκ των
πραγμάτων καθορίζεται από την ιδιωτική ιδιοκτησία(και κατ’ επέκταση από τις
περιουσιακές διαφορές), σε καμιά περίπτωση όμως από τη προσωπικότητα του
ανθρώπου, αν και τυπικά όλοι είναι ίσοι ενώπιον του νόμου και επομένως, όλοι
έχοντας τυπικά ίσα δικαιώματα, διαθέτουν και τυπικά ίση αξιοπρέπεια.
Μετά την οικογένεια και την κοινωνία των πολιτών, σύμφωνα με τον Χέγκελ, η
μεγαλύτερη στιγμή της ηθικής ζωής είναι τα όργανα του κράτους. Το κράτος είναι το
μέσο με το οποίο τα έλλογα όντα έρχονται και συνειδητοποιούν τη θέση τους στην
ηθική ζωή της κοινωνίας ως μέρη ενός μεγαλύτερου συνόλου. Η πολιτεία κατά τον
Χέγκελ είναι ένα ηθικό όλο, η πραγμάτωση της ελευθερίας και της καθολικής
βούλησης, η πραγμάτωση της Θείας ιδέας, ο επίγειος Θεός. Άριστο πολίτευμα θεωρεί
τη συνταγματική μοναρχία, κατά το πρωσικό πρότυπο της εποχής του. Η ιστορική
εξέλιξη της ανθρωπότητας συνιστά πορεία νομοτελή και απαρέγκλιτη προς την
παραπάνω ιδέα της πολιτείας και τη συνείδηση της ελευθερίας.
Η ηθική φιλοσοφία, αλλά και γενικότερα η θεωρία αυτοσυνείδησης του Χέγκελ,
περιστρέφεται γύρω από τις σχέσεις του πρακτικά δρώντος υποκειμένου με τους
ηθικούς, δεοντολογικούς και πολιτικούς περιορισμούς Ο Χέγκελ στο έργο του περί
ηθικής ζωής, ακολουθεί κατά ένα μεγάλο μέρος την πρακτική του Κάντ στην
«κριτική του πρακτικού λόγου», θεωρώντας όπως και ο Κάντ, ότι το ηθικά ενεργών
άτομο δεν υπόκειται σε καμία εξωτερική αρχή ή νόμο, παρά μόνο σε αυτές που έχει
νομοθετήσει το ίδιο. Αυτοβουλία, αυτονομία και ελευθερία είναι ένα και το αυτό.

Συμπερασματικά, μπορούμε να πούμε ότι ο Κάντ έκανε διαχωρισμό του
θεωρητικού και πρακτικού λόγου και επίσης κάνει διαχωρισμό της καθαρής
βούλησης και της εμπειρικής βούλησης. Η βούληση στον Κάντ γίνεται το επίκεντρο
της ηθικής συμπεριφοράς και της προσομοίωσης με το Θεό. Ο Κάντ υποστηρίζει ότι
η ηθική συμπεριφορά δεν είναι προϊόν γνώσης και οι ηθικές μας επιλογές
καθορίζονται από την βούλησή μας που σε καμία περίπτωση δεν έχει σχέση με
ένστικτα, συναισθήματα και πάθη. Ο Κάντ θεωρεί ότι η ηθική μας συμπεριφορά είναι
προϊόν της καθαρής βούλησης. Το κριτήριο που ενώνει την ηθική συμπεριφορά με
την καθαρή βούληση είναι η ελευθερία που είναι βασικό στοιχείο για την ηθική

6

συμπεριφορά. Σύμφωνα με τον Κάντ, μία πράξη αξιολογείται ηθικά μόνο αν το άτομο
που την έπραξε ήταν ελεύθερο για να την πράξει. Ο Κάντ στα έργα του διακρίνει
διάφορες έννοιες ελευθερίας. Στην «κριτική του καθαρού λόγου» επιχειρεί τη
διάκριση μεταξύ πρακτικής και υπερβατολογικής ελευθερίας. Στην «Μεταφυσική των
ηθών» προβαίνει σε μία διάκριση μεταξύ αρνητικής και θετικής έννοιας της
ελευθερίας. Στην «κριτική του πρακτικού λόγου» ξεχωρίζει την ελευθερία ως αίτημα
και αντικείμενο πρακτικής πίστης. Μέσα από τα έργα του Κάντ αποκρυσταλλώθηκαν
με σαφήνεια τα προβλήματα της λογικής, αναδείχθηκαν οι κατηγορίες της λογικής
μέσω των οποίων κατανοούμε το αντικείμενο και κάθε έλλογο ον. Επίσης,
αναδείχτηκε το πρόβλημα των αντιφάσεων το οποίο αποτέλεσε μία κοινή συνιστώσα
μεταξύ Κάντ και Χέγκελ. Η μελέτη των αντιφάσεων αποτελεί το βασικό αντικείμενο
μελέτης των έργων του Χέγκελ. Μια άλλη κοινή συνιστώσα μεταξύ Κάντ και Χέγκελ
αποτελεί η ανάπτυξη της διαλεκτικής. Θα μπορούσαμε να πούμε ότι αν η θεωρία του
Χέγκελ είναι η ανάπτυξη της διαλεκτικής, η θεωρία του Κάντ είναι τα βήματα που
πρέπει να ακολουθήσουμε για να φθάσουμε στην ανάπτυξη.
Για τον Χέγκελ η ελευθερία δεν είναι μια ανιστόρητη κατάσταση, είναι το
σύνολο των κοινωνικοπολιτικών μορφών που εκφράζουν το αίτημα της πρακτικής
αυτονομίας από την πρώτη στιγμή της ιστορικής μας πορείας. Για τον Χέγκελ, η
ιστορικότητα δεν είναι ένα οντολογικό σύμβολο, απογυμνωμένο από το κοινωνικό
γίγνεσθαι. Σκοπός του ιστορισμού του είναι να μελετήσει τα αιτήματα του λόγου,
όπως είναι η ισότητα και η ελευθερία, εντάσσοντάς τα μέσα στο ίδιο ιστορικό
πλαίσιο.. Ο Χέγκελ στα έργα του ορίζει την έννοια της ελευθερίας με διαφορετικούς
ορισμούς. Στη «Φαινομενολογία του πνεύματος» οροθετείται σε όρους συνείδησης με
αρχή την επιθυμία για αναγνώριση. Στην «Επιστήμη της Λογικής» ορίζεται ως η
διαλεκτική ικανότητα της ιδέας. Στην «Φιλοσοφία του Δικαίου» η ελευθερία
πραγματώνεται στη σφαίρα της ηθικής, εθιμικής και κοινωνικοπολιτικής συμβίωσης.
Η θεωρία του Χέγκελ εκφράζει τα αιτήματα του Διαφωτισμού για την δημιουργία
ενός κοινωνικού βίου που θα έχει άξονες τους κανόνες του λόγου και θεωρεί ότι αυτό
μπορεί να συμβεί αφού συμβάλουν οι διαφορετικές πρακτικές των λαών σε μια
πανανθρώπινη ιστορία. Στο έργο του «Φαινομενολογία του πνεύματος» κηρύττει
έναν ιδεαλισμό ο οποίος ταυτίζει το ορθολογικό και το πραγματικό. Στο έργο του
περιγράφει την εξέλιξη του πνεύματος του κόσμου, η οποία τείνει να φτάσει στη
συνειδητή της ολοκλήρωση. Στα έργα του περί ηθικής εκθέτει τις κοινωνικές και

7

πολιτειολογικές του απόψεις και ιδέες. Οι ιδέες αυτές αποτελούν την κορύφωση της
προμαρξικής κοινωνικής φιλοσοφίας και της φιλοσοφίας του Δικαίου του
Διαφωτισμού.
Εν κατακλείδι μπορούμε να πούμε ότι από τη δεκαετία του 1780 έως τη
δεκαετία του 1880 η φιλοσοφία στον γερμανόφωνο χώρο γνώρισε πρωτοφανή
άνθηση. Μία άνθηση που μπορεί να συγκριθεί μόνο με αυτή της αρχαίας Ελλάδας. Η
αρχή έγινε με τον Κάντ, και με την εισαγωγή στη φιλοσοφία της έννοιας του
Υπερβατικού ιδεαλισμού. Ο Χέγκελ δημιούργησε τη φιλοσοφία του Απόλυτου
ιδεαλισμού. Ο πλούτος των ιδεών αυτών των φιλοσόφων αποτέλεσε πηγή εξελίξεων
για τη νεότερη, αλλά και τη σύγχρονη φιλοσοφία.