«Η αφύπνιση του εθνικισμού στη Νοτιοανατολική Ευρώπη μετά το τέλος του Ψυχρού Πολέμου».

Γράφει ο Δημήτρης Θρακιώτης-Ιστορικός

         Β΄ ΜΕΡΟΣ

          1. Η ΠΕΡΙΠΤΩΣΗ ΤΗΣ ΒΟΣΝΙΑΣ

          Η Βοσνία-Ερζεγοβίνη, αποτελούσε, πριν το Κόσσοβο, την εστία έντασης στην περιοχή των Δυτικών Βαλκανίων. Έχει εύστοχα επισημανθεί, ότι αν τα Δυτικά Βαλκάνια είναι η πυριτιδαποθήκη της Ευρώπης, η Βοσνία και το Κόσσοβο είναι ο πυροκροτητής. Το μωσαϊκό εθνών και μειονοτήτων που χαρακτηρίζει τη Ν.Α. Ευρώπη ήταν πιο έντονο στην περιοχή των Δυτικών Βαλκανίων. Σύμφωνα με Ευρωπαϊκές πηγές την εποχή αμέσως μετά το τέλος του Ψυχρού Πολέμου, στη Βοσνία οι Βόσνιοι Μουσουλμάνοι αποτελούσαν το 48% του πληθυσμού, οι Σέρβοι το 37,1% και οι Κροάτες το 14,3%. Αντίστοιχα το 40% των κατοίκων ήταν Μουσουλμάνοι, το 31% Ορθόδοξοι και το 15%  Καθολικοί, ενώ σε ποσοστό περίπου 14% διαβιούσαν κάτοικοι άλλων θρησκειών.

          Όπως γίνεται αντιληπτό, τα εθνικά πάθη περιέχουν και στοιχεία θρησκευτικού φανατισμού, όχι μόνο αλυτρωτικού. Κατά τη διάρκεια του εμφυλίου πολέμου μεταξύ 1992-1995 οι Σερβοβόσνιοι προέβησαν σε εκκαθαρίσεις πληθυσμών. Επιθυμούσαν τις περιοχές που καταλάμβαναν να τις «απαλλάξουν» από το μουσουλμανικό και κροατικό στοιχείο. Δημιουργήθηκαν έτσι στρατόπεδα συγκέντρωσης μη σερβικού πληθυσμού και εξαπολύθηκε ένα κύμα τρομοκράτησης και διώξεων. Τραγικό γεγονός αποτέλεσε η σφαγή στη Σρεμπρένιτσα τον Ιούλιο του 1995 με θύματα περίπου 8.000 μουσουλμάνους της περιοχής.  Το 2007 το Διεθνές Δικαστήριο της Χάγης επιβεβαίωσε ότι επρόκειτο για γενοκτονία των Βόσνιων μουσουλμάνων από τους Σερβοβόσνιους και ότι η Σερβία δεν προέβη σε μέτρα για να την αποτρέψει.

             Όμως, ποια είναι η θέση της γενοκτονίας και των πρακτικών εθνοκάθαρσης σε αυτές τις νέες μορφές συγκρούσεων;  Η απάντηση είναι ότι ο ρόλος της γενοκτονίας και της εθνοκάθαρσης αναβαθμίζεται σε πρωταγωνιστικό, τόσο που «συχνά δεν έχει νόημα να διαχωρίσουμε τον πόλεμο από τη γενοκτονία» και τους δίνουμε το χαρακτηρισμό «γενοκτονιακός πόλεμος» (genocidal war). Όπως αναφέρει και ο M. Shaw, η γενοκτονία σε αυτή την περίπτωση είναι ταυτόχρονα το μέσο και ο σκοπός: θεωρείται ένας από τους στόχους του πολέμου την ίδια ώρα που αξιοποιείται και ως τακτική. Και καθώς δεν είναι ευδιάκριτο αν η γενοκτονία εξυπηρετεί τους σκοπούς του πολέμου ή ο πόλεμος τους σκοπούς της γενοκτονίας, είναι σωστότερο να αντιμετωπίσουμε τον πόλεμο και τη γενοκτονία σαν παράλληλα ιστορικά γεγονότα.

          Αυτό συνέβη στη διάρκεια του πολέμου στη Βοσνία όπου η γενοκτονία δεν ήταν πια μόνο το μέσο για την εξασφάλιση της στρατιωτικής νίκης και την εκδίωξη του ντόπιου πληθυσμού, Μουσουλμάνων, Σέρβων και Κροατών, αλλά στόχευε σε έναν πιο μακροπρόθεσμο στόχο: η τακτική της εθνοκάθαρσης είχε σχεδιαστεί ακριβώς για να καταστήσει την περιοχή εθνικά καθαρή και να εξασφαλίσει ότι Μουσουλμάνοι και Σέρβοι δε θα συνυπάρχουν πλέον στην περιοχή. Αυτό μαρτυρά πως η γενοκτονία πέρα από στρατηγική τακτική ήταν ab initio και στόχος του πολέμου. Αλλά και σε κάθε σύγκρουση τη δεκαετία του ’90 μεταξύ Σέρβων-Κροατών, Μουσουλμάνων-Σέρβων-Κροατών, Αλβανών-Σέρβων διαπιστώνουμε τον κρίσιμο ρόλο των ταυτοτήτων και του εθνικισμού στο ξέσπασμα συγκρούσεων με χαρακτήρα γενοκτονιακό. Εξίσου κρίσιμος είναι και ο ρόλος των ηγετών που υποδαυλίζουν την κατασκευή ανταγωνιστικών εθνικών ταυτοτήτων για να αποκτήσουν πολιτική υποστήριξη στα σχέδιά τους.

           Το 1994 ενεπλάκη και το ΝΑΤΟ στον εμφύλιο, καθώς οι Σερβοβόσνιοι κατέρριψαν στις 5 Φεβρουαρίου του 1994 ένα αμερικανικό αεροσκάφος πάνω από τη ζώνη απαγόρευσης πτήσεων στο Σεράγεβο. Η πρωτεύουσα της Βοσνίας- Ερζεγοβίνης πολιορκούνταν από τις σερβικές δυνάμεις και οι ελεύθεροι σκοπευτές πυροβολούσαν αδιάκριτα και κατά του άμαχου πληθυσμού. Υπό την πίεση των γεγονότων αυτών το ΝΑΤΟ απείλησε τους Σερβοβόσνιους με βομβαρδισμό σε περίπτωση που εκείνοι δεν απομακρύνονταν σε ακτίνα 20 χιλιομέτρων από το Σεράγεβο. Έτσι στις 28 Φεβρουαρίου του 1994 ξεκίνησε στρατιωτική επέμβαση της Συμμαχίας κατά των θέσεων των Σέρβων. Επίσης και οι Κροάτες προέβησαν σε επίθεση κατά των Σέρβων τον Ιούνιο του 1995 ενώ τελικά οι Νατοϊκοί βομβαρδισμοί επαναλήφθηκαν το Σεπτέμβριο του 1995 για να οδηγηθούν λίγο αργότερα οι Σέρβοι σε διαπραγματεύσεις.

          Η Σερβία, θεωρήθηκε από πολλούς, η αιτία των δεινών της περιοχής. Όταν μετά το θάνατο του Τίτο, ο σερβικός εθνικισμός διεκδίκησε την πρωτοκαθεδρία στη Γιουγκοσλαβία, άρχισαν τα πρώτα σημάδια του τι επρόκειτο να ακολουθήσει. Μετά τη διάλυση της Σοσιαλιστικής Γιουγκοσλαβίας και την διαδοχή της από την Ομοσπονδιακή Γιουγκοσλαβία (Σερβία και Μαυροβούνιο), η χώρα καθ’ όλη τη δεκαετία του ’90 συνέδεσε τη μοίρα της με τον ηγέτη της, Σλόμπονταν Μιλόσεβιτς (1941-2006), που ήταν ο κύριος εκφραστής του σερβικού εθνικισμού. Ο Μιλόσεβιτς άλλαξε το κλασικό ενωτικό δόγμα του Τίτο με συνθήματα εθνικιστικού περιεχομένου, όπως «η Σερβία ή θα ενωθεί ή θα πάψει να υφίσταται» με έμμεση πλην σαφή αναφορά στις σερβικές μειονότητες σε άλλες γιουγκοσλαβικές δημοκρατίες.

           Κατά τα έτη 1991-1992 δεν υπήρχε εκλεγμένος πρόεδρος της Σοσιαλιστικής Ομοσπονδιακής Γιουγκοσλαβίας και την εξουσία ασκούσε σε όλη τη χώρα ο πρόεδρος της Σερβίας. Το γεγονός αυτό αποτέλεσε και την αφορμή, σε συνδυασμό με την κατάρρευση του Ανατολικού Μπλοκ, ώστε, αρχής γενομένης με τη Σλοβενία, οι τέσσερις Δημοκρατίες (πλην Σερβίας-Μαυροβουνίου) να κηρύξουν την ανεξαρτησία τους.

          Η Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γιουγκοσλαβίας (όπως είναι και ο επίσημος τίτλος), δεν ενεπλάκη επίσημα στον πόλεμο της Βοσνίας, αν και στην αρχή του πολέμου δυνάμεις του ομοσπονδιακού στρατού συμμετείχαν στη βραχύβια σύγκρουση στη Σλοβενία και στην Κροατία. Από την άλλη, η Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γιουγκοσλαβίας υποστήριξε με κάθε τρόπο (χρηματοδότηση, παραστρατιωτικοί, πολεμικό υλικό) τις σερβοβοσνιακές δυνάμεις. Απέφυγε την επίσημη εμπλοκή, όμως με έμμεσο τρόπο απέστειλε δυνάμεις του ομοσπονδιακού στρατού στους Σερβοβόσνιους. Ο βοσνιακός σερβικός στρατός δημιουργήθηκε για αυτό το λόγο, προκειμένου να αντικαταστήσει τις γιουγκοσλαβικές δυνάμεις στη Βοσνία-Ερζεγοβίνη. Έτσι με τη μεταφορά κάθε βοσνιοσερβικού τμήματος του γιουγκοσλαβικού στρατού στο βοσνιακό σερβικό στρατό η Γιουγκοσλαβία δε θα κατηγορούνταν για παράνομη κατοχή εδάφους της Βοσνίας- Ερζεγοβίνης.

          Όμως και μετά τη λήξη του εμφυλίου στη Βοσνία, την περίοδο της 4ετούς ειρήνης διαδέχτηκε η κρίση στο Κοσσυφοπέδιο και οι βομβαρδισμοί του ΝΑΤΟ. Η οικονομική και πολιτική απομόνωση της Σερβίας οδήγησε στην ανατροπή του Μιλόσεβιτς το 2001 και  οι κυβερνήσεις προσπαθούσαν να βάλουν τη χώρα σε ευρωπαϊκή τροχιά. Δε λείπουν όμως οι εθνικιστικές εξάρσεις, λόγω του πληγωμένου σερβικού πατριωτισμού, που έσπρωχναν τη χώρα στην αγκαλιά της, παλαιόθεν, «αδερφής» Ρωσίας. Το 2003 έπαψε να υφίσταται το όνομα Γιουγκοσλαβία, και αντικαταστάθηκε από το Σερβία-Μαυροβούνιο. Τέλος το 2006, μετά από οριακό δημοψήφισμα, το Μαυροβούνιο ανακήρυξε την ανεξαρτησία του. Το 2008, υπό διοίκηση των ΗΕ (ψήφισμα 1244/1999), το Κοσσυφοπέδιο κήρυξε την ανεξαρτησία του.

          2. Η ΠΕΡΙΠΤΩΣΗ ΤΟΥ ΚΟΣΟΒΟΥ 

          Η ειρήνη που βίωσε η περιοχή ήταν επίπλαστη αλλά και προσωρινή όπως αποδείχθηκε, όχι μόνο λόγω της οικονομικής καχεξίας, αλλά κυρίως λόγω των μειονοτικών προβλημάτων. Από το 1996 έως το 1999 στο Κοσσυφοπέδιο, το οποίο κατοικούνταν σε ποσοστό 90% από Αλβανούς, υπήρχαν συγκρούσεις αυτονομιστών με τις δυνάμεις καταστολής. Το 1997 στη σύγκρουση με τους αυτονομιστές αναμίχθηκε και ο στρατός. Από τη μια ο Μιλόσεβιτς ήθελε να καταστείλει τη δράση του Απελευθερωτικού Στρατού του Κοσσυφοπεδίου (UCK) ενώ από την άλλη αναγνώριζε, έμμεσα, ότι το πρόβλημα δεν ήταν καθαρά εσωτερικής φύσης, όπως έως τότε δήλωνε, το οποίο και θα μπορούσε να λύσει η επέμβαση της αστυνομίας.

          Οι εντάσεις στο Κοσσυφοπέδιο υπήρχαν από πολύ παλαιότερα όταν τον Μάρτιο του 1981 μια φοιτητική διαμαρτυρία για την ποιότητα της πανεπιστημιακής σίτισης εξελίχθηκε σε γενικευμένη εξέγερση υπέρ της αναβάθμισης της αυτόνομης επαρχίας σε ομόσπονδη Δημοκρατία με δικαίωμα απόσχισης. Το 1989 ο Μιλόσεβιτς κατάργησε την αυξημένη αυτονομία που ο Τίτο είχε δώσει στο Κοσσυφοπέδιο. Δύο χρόνια αργότερα η Κροατία εξέλεξε πρόεδρό της τον εθνικιστή Φ. Τούτζμαν, ο οποίος βάλθηκε να ξεκαθαρίσει τον κροατικό δημόσιο τομέα από τους Σέρβους που είχε τοποθετήσει ο Τίτο μετά το 1971. Έτσι όταν οι Σέρβοι βγήκαν στους δρόμους για να διαδηλώσουν εναντίον των αυταρχικών μεθοδεύσεων του Τούτζμαν, η ηγεσία του Γιουγκοσλαβικού Λαϊκού Στρατού που υπερασπιζόταν την ιδέα μιας ενιαίας Γιουγκοσλαβίας και μισούσε τους διασπαστικούς εθνικισμούς απείλησε ότι θα αναλάμβανε πραξικοπηματικά την εξουσία στο σύνολο της χώρας. Όμως το Ομοσπονδιακό προεδρείο απέτρεψε αυτή την ενέργεια, δηλαδή τη διατήρηση της ενότητας ακόμη και με τη βία με αποτέλεσμα να οδηγηθεί ο Μιλόσεβιτς προς τις εθνικιστικές διεκδικήσεις των Σέρβων αντί της υποστήριξης μιας ενωμένης Γιουγκοσλαβίας υπό σερβική επιρροή, που ήταν και η αρχική του πρόθεση.

          Η κρίση στο Κόσσοβο εντάθηκε το 1997, μετά την οικονομική κατάρρευση της Αλβανίας (πυραμίδες) και τη λεηλασία των στρατοπέδων. Το γεγονός αυτό είχε ως συνέπεια χιλιάδες όπλα να καταλήξουν στους Κοσοβάρους του UCK. Ο αλβανόφωνος πληθυσμός τους αντιμετώπιζε ως μαχητές της ελευθερίας, ενώ ο Μιλόσεβιτς (αλλά και η διεθνής κοινότητα στην αρχή) σαν τρομοκράτες. Οι σερβικές δυνάμεις επιχειρούσαν στην περιοχή δίχως να κάνουν διάκριση στη χρήση βίας, ανάμεσα στους ενόπλους του UCK και τους άμαχους πολίτες. Το ενδιαφέρον της διεθνούς κοινής γνώμης στράφηκε στην περιοχή όταν έγιναν γνωστές οι βιαιοπραγίες των Σέρβων ενάντια στους Αλβανοκοσοβάρους, όπως στην περίπτωση της σφαγής της Ρατσκάκ. Οι Σέρβοι (αστυνομία, στρατός, παραστρατιωτικοί) κατηγορήθηκαν για εθνοκαθάρσεις σε βάρος των Αλβανών της περιοχής. Υπό το φώς αυτών των γεγονότων, τον Μάρτιο του 1999 (μια βδομάδα πριν την έναρξη των βομβαρδισμών) οι πρόσφυγες από τις σερβικές επιχειρήσεις στο Κοσσυφοπέδιο υπολογίζονταν σε 300.000, ενώ τον Απρίλιο του ίδιου έτους (εν μέσω βομβαρδισμών) οι εκτοπισθέντες, στην Αλβανία και την τότε Πρώην Γιουγκοσλαβική Δημοκρατίας της Μακεδονίας,  ανέρχονταν σε 850.000, βάση στοιχείων των Ηνωμένων Εθνών.

          Ο Μιλόσεβιτς πιέζονταν από τη διεθνή κοινότητα για να βρεθεί μια λύση στο πρόβλημα του Κοσόβου. Οι διαπραγματεύσεις που διεξαγόταν δεν διευκόλυναν την κατάσταση. Ωστόσο στις 19 Μαρτίου του 1999 σε μια προσπάθεια εκτόνωσης της κρίσης, εκπρόσωποι της Γιουγκοσλαβικής κυβέρνησης και των Αλβανών αυτονομιστών συναντήθηκαν στο Ραμπουγιέ της Γαλλίας για να συζητήσουν υπό την αιγίδα του ΝΑΤΟ. Οι προτάσεις που κατατέθηκαν εκεί δεν βασιζόταν στις έως τότε διαπραγματεύσεις, καθώς ήταν ιδιαίτερα δυσμενείς για τους Σέρβους. Ήταν δεδομένο πως δε θα γίνονταν δεκτές από τους τελευταίους,  έτσι άνοιγε ο δρόμος για την νατοϊκή επίθεση κατά του Κοσσυφοπεδίου. Το κείμενο του Ραμπουγιέ, ζητούσε από τη Σερβία να αποδεχθεί νατοϊκά στρατεύματα σε ολόκληρη τη Γιουγκοσλαβία. Σύμφωνα με ορισμένους φτιάχτηκε για να προκαλέσει, να δώσει μια δικαιολογία ώστε να ξεκινήσουν οι βομβαρδισμοί. Το κείμενο που συντάχθηκε στο Ραμπουγιέ δεν ήταν ένα κείμενο που θα το αποδεχόταν ακόμη και ο πιο ευκολόπιστος Σέρβος. Τελικά, οι διαπραγματεύσεις οδηγήθηκαν σε ναυάγιο και έτσι άνοιξε ο δρόμος για τη νατοϊκή επέμβαση.

          Στις 24 Μαρτίου του 1999 το ΝΑΤΟ βομβάρδισε στρατηγικές θέσεις στη Σερβία, το Κόσοβo αλλά και το Μαυροβούνιο. Οι βομβαρδισμοί διήρκεσαν έως τις 11 Ιουνίου του ίδιου έτους. Οι στόχοι που επρόκειτο να πληγούν αφορούσαν στρατηγικές θέσεις του γιουγκοσλαβικού στρατού και των παραστρατιωτικών ομάδων.  Σε πρώτη φάση στόχος των νατοϊκών δυνάμεων ήταν να πληγεί η αντιαεροπορική άμυνα της Γιουγκοσλαβίας. Ενώ το ΝΑΤΟ υπολόγιζε ότι οι βομβαρδισμοί θα διαρκέσουν λίγες μέρες, εντούτοις η διάρκειά τους ήταν περίπου τρείς μήνες. Το σύνθημα των νατοϊκών ήταν: «Οι Σέρβοι έξω, οι κυανόκρανοι μέσα, οι πρόσφυγες πίσω». Κατά τη διάρκεια των βομβαρδισμών όμως επλήγησαν και μη στρατιωτικοί στόχοι (πχ. κτίριο σερβικής τηλεόρασης, εργοστάσιο Zastava), «λάθος» στόχοι (Κινεζική πρεσβεία) αλλά και άμαχοι (κομβόι Αλβανών προσφύγων).

          Επίσης για πρώτη φορά από τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο βομβαρδίστηκε το Βελιγράδι, και σε αυτό συνέβαλε και η Luftwaffe (Η Γερμανική Πολεμική Αεροπορία), που επίσης επιχείρησε για πρώτη φορά μετά το ναζισμό στα πλαίσια του ΝΑΤΟ. Καθώς η αντίσταση της Σερβίας δεν καμπτόταν, το ΝΑΤΟ έκανε σκέψεις για χερσαία επέμβαση στο Κόσοβο. Με ρωσική όμως παρέμβαση, ο τότε πρόεδρος της Ρωσίας, Γέλτσιν έπεισε τον Μιλόσεβιτς να αποδεχτεί ένα Ρωσοφιλανδικό σχέδιο ειρήνευσης, βάσει του οποίου θα αποχωρούσε ο σερβικός στρατός από το Κόσοβο και εκεί θα εγκαθίσταντο στρατεύματα και πολιτική διοίκηση υπό τα Ηνωμένα Έθνη. Τυπικά η περιοχή θα εξακολουθούσε να είναι γιουγκοσλαβική (σερβική) επαρχία. Όμως θα υπήρχε και η κάλυψη από το Συμβούλιο Ασφαλείας των Ηνωμένων Εθνών (που δεν υπήρχε κατά τη διάρκεια των βομβαρδισμών, οι οποίοι ήταν νατοϊκοί αμιγώς, δίχως την έγκριση των ΗΕ). Στις 12 Ιουνίου ο Μιλόσεβιτς δέχτηκε τους όρους του Ρωσοφιλανδικού σχεδίου και αποφάσισε την αποχώρηση των σερβικών δυνάμεων από το Κόσοβο. Την τήρηση της ειρήνης ανέλαβε, στα πλαίσια των ΗΕ, η KFOR (Kosovo Force), ενώ οι πρώτες ξένες δυνάμεις που έφτασαν στην περιοχή ήταν Ρώσοι αλεξιπτωτιστές, που κατέλαβαν το αεροδρόμιο της Σλατίνα. Στις 10 Ιουνίου του 1999, με βάση το ψήφισμα 1244/1999 του Συμβουλίου Ασφαλείας των ΗΕ, τις σερβικές αρχές αντικατέστησε στη διοίκηση της επαρχίας προσωρινά μια αποστολή των ΗΕ, η UNΜΙΚ.

          Αντιρρήσεις έχουν ειπωθεί για τη νομιμότητα του πολέμου στο Κόσοβο. Το ΝΑΤΟ δεν είχε εξουσιοδότηση από το Συμβούλιο Ασφαλείας των ΗΕ, καθώς ήταν βέβαιο ότι αν τίθετο ζήτημα εξουσιοδότησης του ΝΑΤΟ από τα ΗΕ, θα ασκούσαν βέτο η Ρωσία και η Κίνα (της οποίας η πρεσβεία βομβαρδίστηκε). Το ζήτημα της νομικής κατοχύρωσης της επέμβασης εδράζεται στο ότι η παραβίαση της κυριαρχίας ενός κράτους  πρέπει να γίνεται για συγκεκριμένους λόγους και κατόπιν εξουσιοδότησης   (γενικότερα για την έννοια του «Responsibility to protect», Bellamy A. (2008), Conflict prevention and the responsibility to protect, International Affairs). Ο πόλεμος στο Κόσοβο και οι νατοϊκοί βομβαρδισμοί συσπείρωσαν προσωρινά τους Σέρβους και τόνωσαν την ηγεσία του Μιλόσεβιτς. Ο τελευταίος παρουσίασε την όλη κρίση σαν νίκη της Σερβίας, αφού τελικά το Κόσοβο παρέμενε μέρος της Σερβίας. Ωστόσο οι πολιτικές εξελίξεις ήταν καταιγιστικές. Ο Μιλόσεβιτς αρνήθηκε να δεχτεί την ύπαρξη δύο γύρων ψηφοφορίας κατά τις προεδρικές εκλογές με αποτέλεσμα να βρεθεί αντιμέτωπος με μαζικές διαδηλώσεις πολιτών εναντίον του. Ο αποκλεισμός της Σερβίας από τους διεθνείς οργανισμούς, η εμπλοκή της χώρας σε δυο πολέμους σε λιγότερο από 8 χρόνια και η οικονομική κρίση, λόγω των διεθνών κυρώσεων, τις συνέπειες των οποίων βίωναν οι πολίτες,  οδήγησαν σε μαζικές διαδηλώσεις εναντίον του. Έτσι στις 5 Οκτωβρίου 2000 ο Μιλόσεβιτς αναγκάζεται σε παραίτηση και στις 6 του ίδιου μήνα αναλαμβάνει την προεδρία της χώρας ο Β. Κοστούνιτσα. Με την πτώση του Μιλόσεβιτς η Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γιουγκοσλαβίας γίνεται δεκτή στους κόλπους των ΗΕ. Η στροφή της Σερβίας προς τη Δύση ήταν πλέον γεγονός.

            Τον Φεβρουάριο του 2008 το Κοσσυφοπέδιο, κατά παράβαση του ψηφίσματος 1244 των Η.Ε,  ανακήρυξε την ανεξαρτησία του με την υποστήριξη των Ηνωμένων Πολιτειών, την απόρριψη της Ρωσίας και τη συγκατάθεση της πλειοψηφίας της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Η εξέλιξη αυτή ενίσχυσε τον αλβανικό μεγαλοϊδεατισμό και εθνικισμό. Από την άλλη, οι σερβικοί πληθυσμοί εντός του Κοσσόβου θεώρησαν εαυτούς αδικημένους και είχαμε πολλές φορές αιματηρές συγκρούσεις ιδιαίτερα στην περιοχή της Μιτρόβιτσας. 

           3. ΟΙ ΑΛΥΤΡΩΤΙΚΕΣ ΔΙΑΣΤΑΣΕΙΣ ΤΟΥ «ΜΑΚΕΔΟΝΙΚΟΥ» ΖΗΤΗΜΑΤΟΣ ΚΑΙ Η ΠΕΡΙΠΤΩΣΗ ΤΗΣ ΑΛΒΑΝΙΑΣ

           Χαρακτηριστικό παράδειγμα μιας ψευδεπίγραφης εθνικής ταυτότητας με όχημα έναν άκρατο εθνικισμό αποτέλεσε το κρατίδιο της πρώην Γιουγκοσλαβικής Δημοκρατίας της Μακεδονίας (σήμερα Δημοκρατία Βόρειας Μακεδονίας). Οι συνεχείς εθνικιστικές εντάσεις κατά τη δεκαετία του 1990 ανάμεσα στις δημοκρατίες και τις εθνικές κοινότητες που απάρτιζαν τη Σοσιαλιστική Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γιουγκοσλαβίας αποτέλεσαν την αιτία διάλυσης του σαθρού οικοδομήματος που είχε δημιουργηθεί με τη λήξη του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου και πυροδότησαν αυτονομιστικές τάσεις. 

            Όπως αναφέρθηκε παραπάνω, η αναγνώριση της Σλοβενίας και της Κροατίας ως ανεξάρτητων κρατών από τη Γερμανία το φθινόπωρο του 1991 υπήρξε το έναυσμα για τη γιουγκοσλαβική διάλυση. Οι ηγέτες της Βοσνίας- Ερζεγοβίνης, Ι. Ιζετμπέκοβιτς, και της τότε Σοσιαλιστικής Δημοκρατίας της Μακεδονίας, Κ. Γκλιγκόρωφ, είχαν αρχικά αντιταχθεί στις αναγνωρίσεις, γιατί αντιλαμβανόντουσαν ότι οι εθνότητες της επικράτειάς τους καθιστούσαν τα κράτη τους ευάλωτα.

          Μετά την κατάρρευση των κομμουνιστικών καθεστώτων στην Ν.Α. Ευρώπη, η Ελλάδα αναδείχθηκε ο μοναδικός παράγοντας για την άσκηση του ρόλου της επαναφοράς των «ασώτων» κρατών στους δυτικούς κόλπους. Στις 8 Σεπτεμβρίου του 1991 έγινε δημοψήφισμα στη Σοσιαλιστική Δημοκρατία της Μακεδονίας με στόχο την ίδρυση ενός ανεξάρτητου κράτους με την ονομασία Μακεδονία. Οι ελληνικοί όροι για την αναγνώριση του νέου κράτους ήταν α) να μην επιμείνει αυτό στην ονομασία «Δημοκρατία της Μακεδονίας», β) να παραιτηθεί των εδαφικών απαιτήσεων εις βάρος της Ελλάδας και γ) να παραιτηθεί του ισχυρισμού  ότι υφίστατο μακεδονική εθνική μειονότητα στην Ελλάδα.

          Τους όρους αυτούς υιοθέτησε η απόφαση της Συνόδου Κορυφής των Υπουργών Εξωτερικών της Ε.Ε. στις 16 Δεκεμβρίου του 1991 που οδήγησε στην αναγνώριση της Κροατίας και της Σλοβενίας. Στην απόφαση προστέθηκε παράγραφος, η οποία περιόριζε την αναγνώριση στις Δημοκρατίες εκείνες που δεν προέβαλαν εδαφικές απαιτήσεις έναντι γειτονικής χώρας και οι οποίες θα παραιτούνταν από την άσκηση εχθρικής προπαγάνδας ή την υιοθέτηση ονομασίας που θα συνεπάγονταν αλυτρωτικές διεκδικήσεις. Επίσης σύμφωνα με τον Γ. Δουδούμη, «σταθμό στις διπλωματικές εξελίξεις γύρω από το σύγχρονο «μακεδονικό» αποτέλεσε η διακήρυξη των 12 ηγετών της Ευρωπαϊκής Κοινότητας στη Λισσαβόνα (Ιούνιος 1992), ότι είναι έτοιμοι να αναγνωρίσουν τη δημοκρατία των Σκοπίων με όποια ονομασία επιλέξουν οι αρχές της δημοκρατίας αυτής, αρκεί να μη περιέχει τον όρο «Μακεδονία».

          Η Βόρεια Μακεδονία ήταν, μαζί με τη Σλοβενία, οι μοναδικές χώρες της πρώην Γιουγκοσλαβίας οι οποίες δε γνώρισαν πολεμικές συγκρούσεις στο έδαφός τους. Η Βόρεια Μακεδονία αποτελούσε και αποτελεί μια πολυεθνική κοινωνία όπου οι  εθνικές συνιστώσες έφτασαν στα πρόθυρα εμφυλίου πολέμου. Στην Βόρεια Μακεδονία οι Σλάβοι αποτελούν το 64% του συνολικού πληθυσμού. Η αλβανική μειονότητα είναι πολύ σημαντική, ανέρχεται στο 25% και είναι συγκεντρωμένη στην περιοχή του Τετόβου. Ακολουθούν οι Τούρκοι σε ποσοστό 3,85%, οι Τσιγγάνοι 2,66%, οι Σέρβοι 1,78% και οι Βλάχοι (0,48%). Τέλος ποσοστό 1,88% αναφέρονται ως άλλες εθνότητες. Το 2001 η Συμφωνία της Οχρίδας απέτρεψε το διαμελισμό της χώρας. Έκτοτε η τότε ΠΓΔΜ έστρεψε την προσοχή της στην ένταξη στους ευρωατλαντικούς θεσμούς. Το 2005 απέκτησε την ιδιότητα του υποψηφίου προς ένταξη κράτους.

          Ζήτημα γεννήθηκε με το «Μακεδονικό Λαό» και την εθνοτική του ταυτότητα. Μέχρι το 1913 η ιστορία των σλαβικών πληθυσμών της τότε ΠΓΔΜ είναι συνδεδεμένη με τη βουλγαρική ιστορία. Το 1903 ξεσπάει η επανάσταση του Ίλιντεν, γεγονός σημαδιακό στην πορεία του βουλγαρικού εθνικισμού στην περιοχή της Οθωμανικής Μακεδονίας. Το 1913 μετά τους Βαλκανικούς Πολέμους η περιοχή κυριεύεται από τα γειτονικά κράτη. Έτσι επί της γεωγραφικής Μακεδονίας (67.000 τ.μ.), η Ελλάδα διατηρεί, σήμερα, το 51%, η Βόρεια Μακεδονία το 37%, και η Βουλγαρία το υπόλοιπο 12%. Η περιοχή της Βόρειας Μακεδονίας μέχρι το 1944 θεωρούνταν ότι κατοικούνταν από Βούλγαρους και Σέρβους. Το 1944, με τη δημιουργία της Λαϊκής Δημοκρατίας της Μακεδονίας από τον Τίτο, προβάλλεται το «Μακεδονικό Έθνος», η «Μακεδονική Γλώσσα» και η «Μακεδονική Ιστορία». Ενώ έως τότε ο όρος Μακεδονία ήταν γεωγραφικός και ιστορικά υπάγονταν στην ελληνική φυλή, ξαφνικά ο «Μακεδονισμός» καθίσταται εθνικός όρος. Δημιουργείται έθνος από μία γεωγραφική ενότητα που έως τότε κατοικούνταν από Έλληνες, Βούλγαρους και Σέρβους. Μέσω της κρατικής προπαγάνδας ο ντόπιος πληθυσμός αποκτά αυτή τη νέα εθνική συνείδηση, του Μακεδόνα. 

           Στις 8 Σεπτεμβρίου 1991, μετά από δημοψήφισμα, κηρύσσεται από τον Κ. Γκλιγκόρωφ η ανεξαρτησία της τότε ΠΓΔΜ και δια του Συντάγματος αποβάλλεται ο όρος  «σοσιαλιστική» και υιοθετείται το «Δημοκρατία της Μακεδονίας». Το Σύνταγμά της περιείχε αλυτρωτικές βλέψεις και οράματα Παμμακεδονισμού (σλαβικού), καθώς επικαλούνταν μακεδονικές μειονότητες στη Βουλγαρία και Ελλάδα, και μακεδονόφωνους πληθυσμούς. Το Βελιγράδι συνεργάστηκε και απέσυρε όλες τις ομοσπονδιακές Γιουγκοσλάβικες δυνάμεις από την χώρα και η απόσχιση ήταν ειρηνική και αναίμακτη. Η Ελλάδα διακήρυξε την αντίθεσή της με τη χρήση του όρου «Δημοκρατία της Μακεδονίας» από τη ΠΓΔΜ, καθώς θεωρούσε ότι προέβαλλε εθνικιστικές και αλυτρωτικές τάσεις (χάρτες Μεγάλης Μακεδονίας, 16άκτινο αστέρι Βεργίνας, χαρτονομίσματα με το Λευκό Πύργο της Θεσσαλονίκης κ.α.) εις βάρος της ελληνικής Μακεδονίας στη Β. Ελλάδα. Λόγω του ζητήματος του ονόματος, η ΠΓΔΜ αναγνωρίζεται τον Ιανουάριο του 1992 από την Ε.Ε. ως «Πρώην Γιουγκοσλαβική Δημοκρατία της Μακεδονίας». Το 1993 εντάσσεται στα ΗΕ με την προσωρινή ονομασία FYROM, λόγω του εκκρεμούς προβλήματος της ονομασίας με την Ελλάδα και επίσης δίχως τη δυνατότητα να έχει το δικαίωμα ανάρτησης σημαίας. Κατόπιν του ελληνικού εμπάργκο υπογράφηκε στη Ν. Υόρκη στις 13 Σεπτεμβρίου 1995 η Ενδιάμεση Συμφωνία, με την οποία λύθηκαν κάποια προβλήματα με την Ελλάδα, αλλά δε βρέθηκε τελική λύση για το όνομα. Η λύση δόθηκε στις 12 Φεβρουαρίου 2019, και έγινε υπό την αιγίδα των Ηνωμένων Εθνών με σκοπό την επίλυση του ζητήματος της ονομασίας. Η Συμφωνία (Συμφωνία των Πρεσπών) αντικατέστησε την Ενδιάμεση Συμφωνία του 1995 και κατήργησε τη συνταγματική ονομασία  Δημοκρατία της Μακεδονίας και την προσωρινή ονομασία  πρώην Γιουγκοσλαβική Δημοκρατία της Μακεδονίας, μετονομάζοντας και αναγνωρίζοντας καθολικά τη χώρα ως Δημοκρατία της Βόρειας Μακεδονίας. H ψήφιση της συμφωνίας προκάλεσε αντιδράσεις και στις δύο χώρες.

          Το 2001 η ΠΓΔΜ βρέθηκε στα πρόθυρα του εμφυλίου πολέμου και της διάλυσης. Ο αλβανικός πληθυσμός της χώρας ξεσηκώθηκε παίρνοντας τα όπλα μαχόμενος κατά των κυβερνητικών δυνάμεων. Είχε προηγηθεί η δράση των Αλβανών του Κοσσυφοπεδίου, που δημιούργησε ελπίδες αυτονομίας ή ανεξαρτησίας και στους ομοεθνείς τους στην ΠΓΔΜ. Η τακτική αυτή των αλβανοφώνων της χώρας εντάσσονταν στα πλαίσια του αλβανικού εθνικισμού και μεγαλοϊδεατισμού για τη δημιουργία της «Μεγάλης Αλβανίας». Επιπλέον οι διαφορές ανάμεσα στη σλαβική και αλβανική οντότητα της ΠΓΔΜ υπήρχαν από την ανεξαρτησία του κράτους. Σε αυτές προστίθενται η μεγάλη ανεργία μεταξύ των Αλβανών, οι ελλιπείς οικονομικές, εκπαιδευτικές, εν γένει κοινωνικές υποδομές και ο αποκλεισμός τους από την εξουσία (παρόλο που συμμετείχαν αλβανικά κόμματα στις κυβερνήσεις).

          Έτσι ανάμεσα στο Μάρτιο και τον Ιούνιο 2001 υπήρξαν συγκρούσεις αυτονομιστών Αλβανών με τις κυβερνητικές δυνάμεις στις περιοχές του Τετόβου, στα βορειοδυτικά της χώρας. Ο ανταρτοπόλεμος από την πλευρά των αλβανοφώνων διενεργήθηκε από τον «Εθνικό Απελευθερωτικό Στρατό», κατ’ αντιστοιχία με τον αντίστοιχο του Κοσσόβου (UCK). Τους αντάρτες της ΠΓΔΜ ενίσχυαν δυνάμεις ανταρτών από το Κοσσυφοπέδιο. Οι συγκρούσεις δεν επεκτάθηκαν στην πρωτεύουσα Σκόπια, όπου ζει επίσης ένας πολύ μεγάλος αριθμός Αλβανών, αλλά μόνο στα σύνορα με το Κόσσοβο και την Αλβανία. Οι αντάρτες ζητούσαν τροποποίηση του Συντάγματος, προκειμένου να αναγνωριστούν δικαιώματα στους Αλβανούς της χώρας κυρίως γλωσσικής υφής. Τη διάλυση της χώρας, μέσω ενός εμφυλίου πολέμου, απέτρεψε η πολιτική επέμβαση της Ε.Ε., αλλά και του ΝΑΤΟ, το οποίο απέστειλε μονάδες παρακολούθησης στην περιοχή  και έτσι επιτεύχθηκε η παύση του πυρός με τη Συμφωνία της Οχρίδας της 13ης Αυγούστου του 2001.

           Σήμερα χαρακτηριστικό φαινόμενο εθνικισμού όπως προαναφέρθηκε αποτελεί ο αλβανικός εθνικισμός και μεγαλοϊδεατισμός για τη δημιουργία της λεγόμενης «Μεγάλης Αλβανίας». Χαρακτηριστικό περιστατικό αποτελεί η κατάρτιση σχεδίου από ομάδα αλβανόφωνων διανοουμένων τόσο του Κοσσόβου όσο και της Αλβανίας περί «Φυσικής Αλβανίας», το οποίο προβλέπει πρώτα τη δημιουργία της «Μεγάλης Αλβανίας»  και ακολούθως την ενσωμάτωσή της στην Ευρωπαϊκή Ένωση. Στο πλαίσιο αυτό μάλιστα, εντάσσεται και η δημιουργία του «Πολιτιστικού Συλλόγου για την Ταυτότητα και την Εθνική Ενοποίηση» που έχουν ιδρύσει Αλβανοί της διασποράς σε διάφορα μέρη του κόσμου. Ο συγκεκριμένος σύλλογος δεν κρύβει τις προθέσεις του που εδράζονται στη δημιουργία της λεγόμενης «Μεγάλης Αλβανίας».

           Ο Αλβανικός εθνικισμός έχει βλέψεις σε όλα τα κράτη των Δυτικών Βαλκανίων. Τη μεγαλύτερη πίεση δέχεται μέχρι σήμερα η Δημοκρατία της Βόρειας Μακεδονίας, εξαιτίας της πολυπληθούς αλβανικής μειονότητας κυρίως στην περιοχή του Τετόβου. Επίσης η Σερβία αντιμετωπίζει προβλήματα και συγκεκριμένα στην περιοχή του Πρέσεβο, όπου και κατοικεί ισχυρή αλβανική μειονότητα, η οποία πιέζει για ένωση με το Κόσσοβο. Ανάλογα είναι και τα προβλήματα που αντιμετωπίζει και το Μαυροβούνιο στην περιοχή του Τούζ, στα νότια της χώρας. Στη συγκεκριμένη περιοχή υπερισχύει το αλβανικό στοιχείο, επιδιώκοντας τη διοικητική του αυτονομία. Πέραν των παραπάνω χωρών πάντως, στο στόχαστρο του αλβανικού εθνικισμού και μεγαλοϊδεατισμού έχει βρεθεί και η Ελλάδα, περιοχές της οποίας συμπεριλαμβάνονται ως «αλβανικές» σε κάθε είδους χάρτες που κυκλοφορούν οι εθνικιστικοί κύκλοι των Τιράνων. Οι ίδιοι κύκλοι συντηρούν και το ανύπαρκτο θέμα της «περιουσίας των Τσάμηδων», οι οποίοι εγκατέλειψαν τη χώρα μας μετά τη λήξη του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου, αφού προηγουμένως είχαν συνεργαστεί με τους ναζί κατακτητές.

ΕΝ ΚΑΤΑΚΛΕΙΔΙ: ΕΠΑΝΑΠΡΟΣΔΙΟΡΙΖΟΝΤΑΣ ΤΗΝ ΑΣΦΑΛΕΙΑ ΣΤΗ Ν.Α. ΕΥΡΩΠΗ. ΑΝΗΚΕΙ Ο ΕΘΝΙΚΙΣΜΟΣ ΣΤΟ ΠΑΡΕΛΘΟΝ;

           Και ενώ μετά τη Συμφωνία του Dayton  (οι ειρηνευτικές διαπραγματεύσεις για τη λήξη του πολέμου της Βοσνίας πραγματοποιήθηκαν στο Dayton των Η.Π.Α. τον Νοέμβριο του 1995. Στις διαπραγματεύσεις συμφωνήθηκε ο διαχωρισμός της Βοσνίας-Ερζεγοβίνης. Το 51% ως Κροατο-Μουσουλμανικός τομέας και το 49% ως τομέας της Σερβικής Δημοκρατίας) φάνηκε να εξασθενίζουν οι πηγές αστάθειας και συγκρούσεων στη Βαλκανική χερσόνησο, το 1996-97 τα Βαλκάνια βάλθηκαν πάλι να επαληθεύσουν τους προϊδεασμούς του S. Huntigton  στο έργο του The Clashes of Civilizations (1996), που τα θέλει έξω από τον ευρωπαϊκό κόσμο. Έτσι ενώ περί τα τέλη του 1995 η Βαλκανική εικόνα βελτιωνόταν συνεχώς με την ειρήνευση της Βοσνίας, την άρση του εμπάργκο στη Σερβία και το Μαυροβούνιο και την οικονομική πρόοδο της Αλβανίας και της Ρουμανίας, ξαφνικά ο ουρανός της Ν.Α. Ευρώπης άρχισε πάλι να συννεφιάζει. Οι νόθες Αλβανικές εκλογές του 1996 αποτέλεσαν προανάκρουσμα της κατοπινής κατάρρευσης των «πυραμίδων», την απώλεια των αποταμιεύσεων χιλιάδων πολιτών, την λεηλασία του οπλοστασίου της Αλβανίας και 1500 νεκρούς το 1997. Στη Βουλγαρία η νομισματική κρίση προκάλεσε τεράστιο πληθωρισμό με αποτέλεσμα να μειωθεί το Ακαθάριστο Εγχώριο Προϊόν της χώρας ενώ στην Ρουμανία παρουσιάστηκαν πολλά οικονομικά προβλήματα. Οι διαμαρτυρίες στους δρόμους των Βαλκανικών χωρών πρόδιδαν την ασθενή βάση της δημοκρατίας αποδεικνύοντας πως η τελευταία απαιτεί χρόνο και καλλιέργεια για να ριζώσει. 

          Το δημοκρατικό έλλειμμα των χωρών της Ν.Α. Ευρώπης έδωσε πάλι γρήγορα τη θέση του σε εθνικιστικές επάρσεις οι οποίες έδιωξαν την προσωρινή νηνεμία που υπήρχε μέχρι το 1997 και που οδήγησε στα γεγονότα του Κοσσυφοπεδίου. Η χώρα μας εκτεθειμένη σε μια προβληματική γειτονιά ακροβατούσε ανάμεσα στην ευαισθησία που έπρεπε να επιδείξει για τα όσα συνέβαιναν στον Βορρά αλλά και στους κινδύνους που απειλούσαν τη χώρα μας από τις αλυτρωτικές επιδιώξεις των γειτόνων μας.

          Πηγή και πάλι των νέων συγκρούσεων υπήρξε ο εθνικισμός, ο οποίος αντλούσε έμπνευση από τις αλυτρωτικές φιλοδοξίες του παρελθόντος. Ο Τούτζμαν, ο Μιλόσεβιτς, ο Ιζετμπέκοβιτς, ο Μπερίσα, (ο μόνος επιζών σήμερα) ο Γκλιγκόρωφ υπήρξαν παραδείγματα των εθνικιστών ηγετών που ίσως διαχειρίστηκαν επιπόλαια τις τύχες των εθνών τους, με τον Μιλόσεβιτς να υπερβαίνει κατά πολύ τα εσκαμμένα. 

          Πλέον η περιοχή της Ν.Α. Ευρώπης έχει χωριστεί σε τουλάχιστον δύο ταχύτητες. Είναι τα κράτη που έχουν ενταχθεί πλήρως στους ευρωπαϊκούς θεσμούς, όπως η Ρουμανία και η Βουλγαρία, αλλά και η Κροατία, ενώ τα υπόλοιπα κράτη των Δυτικών Βαλκανίων, η Βοσνία, η Σερβία, η Αλβανία, το Μαυροβούνιο και η Δημοκρατία της Βόρειας Μακρδονίας  συνεχίζουν να παραμένουν κατά κάποιο τρόπο απομονωμένα παρά τις συμφωνίες σύνδεσης τις οποίες έχουν επιτύχει με την Ε.Ε.

           Σήμερα επικρατεί ένας έντονος προβληματισμός και μια φιλολογία σχετικά με την απόδοση  εθνικής ταυτότητας σε διάφορες μειονοτικές ομάδες αλλά και σε περιοχές με μειονοτικούς πληθυσμούς. Η ενίσχυση της σημασίας των εννοιών «πολιτισμός» και «έθνος» σε βάρος της έννοιας «κοινωνία» που παρατηρείται τα τελευταία χρόνια επηρεάζει τις θεωρίες περί «ταυτότητας» μειονοτικών ομάδων και στη συνέχεια, ως επακόλουθο αυτού, επηρεάζει τις πολιτικές αντιμετώπισης αυτών των ομάδων. Για πολλές κυβερνήσεις ευρωπαϊκών κρατών η πολιτισμική ιδιαιτερότητα ομάδων, (ιδιαίτερα εκείνων που διαβιούν σε παραμεθόριες περιοχές) και η συνυφασμένη με το φαινόμενο αυτό ανάπτυξη ιδιαίτερης πολιτισμικής ταυτότητας, θεωρείται ότι μπορεί να αποτελέσει ένα πρώτο στάδιο ή πυρήνα ανάπτυξης μιας εθνικής ταυτότητας. Έχοντας την άποψη αυτή, κυβερνήσεις αλλά και ισχυρές ομάδες διακρίνουν στην ανάπτυξη και καλλιέργεια ιδιαίτερης πολιτισμικής ταυτότητας ένα κίνδυνο εμφάνισης αυτονομιστικών κινημάτων ή κινημάτων για την προσάρτηση μέρους της επικράτειάς τους σε άλλες χώρες με το λαό των οποίων η μειονότητα έχει κοινή πολιτισμική ταυτότητα. Η τάση αυτή φαίνεται να επιβεβαιώνεται από τις πολιτικές εξελίξεις σε πολλές ευρωπαϊκές χώρες κατά τα τελευταία χρόνια. 

           Ο εθνικισμός συχνά συγχέεται με την έννοια του πατριωτισμού. Οι δύο αυτές έννοιες έχουν όμως διαφορετική σημασία. Ο πατριωτισμός είναι η αγάπη για την πατρίδα, χωρίς όμως αυτή η αγάπη να σημαίνει και μίσος για τους άλλους. Ο πατριώτης δεν έχει επεκτατικές βλέψεις, δεν υποβαθμίζει την παρουσία και την προσφορά των άλλων λαών μέσα στο παγκόσμιο πολιτισμό. Είναι σημαντικό τα άτομα να έχουν την δυνατότητα να διακρίνουν τον υγιή πατριωτισμό από τον εθνικισμό. Αυτό μπορεί να επιτευχθεί κυρίως από την ανάπτυξη της ικανότητας της  κριτικής τους σκέψης και με τον σεβασμό των πολιτιστικών και πολιτισμικών στοιχείων των άλλων εθνοτήτων. 

          Ο εθνικισμός, ο οποίος κάποτε θεωρήθηκε πως ανήκει στο παρελθόν, αντιστέκεται και μάλιστα ενδυναμώνεται από τις δυνάμεις της παγκοσμιοποίησης αφενός, ενώ αναπτύσσεται όταν υφίσταται έλλειμμα δημοκρατίας ή κρίση στους θεσμούς ενός κράτους αφετέρου.  Το παράδοξο με τον εθνικισμό είναι πως ενώ θεωρητικά τονίζει τον ιδιαίτερο χαρακτήρα ενός έθνους ή κράτους, αδυνατεί να συνυπάρξει στο εσωτερικό του εάν δεν έχει «ομοιομορφία». Αυτό αποτελεί και την τοπικιστική «λογική» βάσει της οποίας καλλιεργούνται έχθρες μεταξύ των εθνοτικών ομάδων οι οποίες οδηγούν σε ολέθρια αποτελέσματα. Όλοι γνωρίζουμε τις ολέθριες συνέπειες της τοπικιστικής «λογικής» μέσω της έννοιας του «ζωτικού χώρου» που προέκυψαν κατά τη διάρκεια, αλλά και μετά το τέλος του Α΄ και Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου.

           Σήμερα στις αρχές του 21ου αιώνα οι νέες τάσεις του εθνικισμού στην Ν.Α. Ευρώπη αλλά και στην υπόλοιπη Ευρωπαϊκή ήπειρο  διαμορφώνονται από παράγοντες όπως η οικονομική κρίση, η παράνομη μετανάστευση, ο πολυπολιτισμός και ο θρησκευτικός φονταμενταλισμός. Σήμερα όμως, τα Δυτικά Βαλκάνια και ο χώρος της Ν.Α. Ευρώπης γενικότερα αντιμετωπίζουν μια ακόμη σημαντική πρόκληση και αυτή είναι το Ισλαμικό Κράτος. Λόγω της ρευστής εσωτερικής πολιτικής κατάστασης που επικρατεί σε ορισμένα κράτη στον βαλκανικό χώρο τα καθιστά τρωτά σε τέτοιες προκλήσεις. Τα ίδια τα κράτη μέσα από δημοκρατικές διεργασίες πρέπει να αναπτύξουν συντονισμένες πολιτικές αλλά και σε συνεργασία μεταξύ τους και με τη διεθνή κοινότητα έτσι ώστε να αντιμετωπίσουν την απειλή του Ισλαμικού Κράτους, του οποίου οι δραστηριότητες απειλούν τη διεθνή ειρήνη και ασφάλεια.  

Μπορεί επίσης να σας αρέσει