Η εκπαίδευση στο Βυζάντιο. Η συμβολή του κράτους και της Εκκλησίας.

Από τον Δημήτρη Θρακιώτη – Ιστορικό

Η Βυζαντινή αυτοκρατορία είχε διάρκεια πάνω από χίλια χρόνια με περιόδους
συρρίκνωσης και επέκτασης. Η εκπαίδευση στο Βυζάντιο στη μακραίωνη πορεία της
αυτοκρατορίας γνώρισε αρκετές ανακατατάξεις και διαφοροποιήσεις, οι οποίες
αναδείχθηκαν μέσα από πολιτικοοικονομικές, ιστορικές και κοινωνικές συγκυρίες και
επηρέασαν το χαρακτήρα και την εξέλιξη της παιδείας. Η καλή μόρφωση ήταν το
ιδανικό για κάθε Βυζαντινό. Την απαιδευσιά, την έλλειψη πνευματικής καλλιέργειας,
την θεωρούσαν συμφορά, σχεδόν έγκλημα.
Η ΕΚΠΑΙΔΕΥΣΗ ΚΑΤΑ ΤΗ ΠΡΩΙΜΗ ΒΥΖΑΝΤΙΝΗ ΠΕΡΙΟΔΟ (324-610)

Το έτος 324 αποτελεί την απαρχή της μακραίωνης Βυζαντινής ιστορίας. Οι
μορφές του Μεγάλου Κωνσταντίνου(306-337) και του Ιουστινιανού(527-565)
κυριάρχησαν στην περίοδο της πρώιμης Βυζαντινής περιόδου. Ο πολιτισμός και κατ’
επέκταση η παιδεία της πρώιμης Βυζαντινής περιόδου είχαν ως βάση τρία θεμελιώδη
συνδετικά στοιχεία: τον χριστιανισμό ως τη νέα θρησκεία, τη κληρονομιά της
αρχαίας ελληνικής σκέψης και τη ρωμαϊκή παράδοση στη διοικητική οργάνωση του
κράτους. Με βάση αυτά στο πρώιμο Βυζάντιο αναπτύχθηκε μια πλούσια και ποικίλη
πνευματική και πολιτιστική κίνηση, που αποτέλεσε τη βάση για την εξέλιξη και
ανάπτυξη του πνεύματος στους επόμενους αιώνες. Η πνευματική ζωή της πρώιμης
περιόδου έχει να παρουσιάσει αξιοσημείωτη ζωντάνια. Η ενασχόληση των
Βυζαντινών με τα γράμματα άρχιζε με την εκπαίδευσή τους από την παιδική ηλικία.
Σε γενικές γραμμές, υπήρχε η διάκριση(η οποία κατά ένα μεγάλο βαθμό
διατηρήθηκε μέχρι το τέλος της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας) σε πρωτοβάθμια,
δευτεροβάθμια και σε ανώτερη εκπαίδευση. Το σχολείο πρωτοβάθμιας εκπαίδευσης
ονομάζονταν «σχολή του γραμματιστού» ή «χαμαιδιδασκαλείον» (τα παιδιά
κάθονταν σε θρανία ή στο πάτωμα ή στέκονταν όρθια και κρατούσαν στα χέρια
αντίγραφο του κειμένου που θα μελετούσαν), βρισκόταν κάτω από την πρωτοβουλία
ιδιωτών ή του τοπικού κλήρου και απευθυνόταν σε παιδιά 6 έως 7 ετών και των δύο
φύλων. Οι γραμματιστές ήταν κληρικοί ή μοναχοί, αλλά άτομα χωρίς ιδιαίτερη

2

κοινωνική θέση. Ως σχολικές αίθουσες λειτουργούσαν ορισμένα δωμάτια που
βρίσκονταν κοντά σε εκκλησίες ή σε κάποια κελιά μοναστηριών. Η διδασκαλία
άρχιζε από τις πρώτες πρωινές ώρες, διαρκούσε ως την ώρα του μεσημβρινού
φαγητού και συνεχίζονταν ως αργά το απόγευμα. Τα μαθήματα που διδάσκονταν
ήταν: γραφή και ανάγνωση από θρησκευτικά βιβλία(κυρίως την Αγία Γραφή),
γραμματική και ορθογραφία, αριθμητική, βυζαντινή μουσική και ψαλμωδίες,
βιογραφίες αγίων και βασικά στοιχεία της χριστιανικής θρησκείας.
Το σχολείο δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης ονομαζόταν «σχολή του
γραμματικού» βρισκόταν επίσης στην πρωτοβουλία ιδιωτών ή του τοπικού κλήρου
και απευθυνόταν σε παιδιά ηλικίας 10 έως 12 ετών. Οι γραμματικοί ήταν λαϊκοί,
εξαιρετικά μορφωμένοι και έχαιραν ιδιαίτερης εκτίμησης και σεβασμού από το
κράτος και τις τοπικές κοινωνίες. Τα σχολεία δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης
λειτουργούσαν στις μεγάλες πόλεις της αυτοκρατορίας. Τα μαθήματα που
διδάσκονταν ήταν: γραμματική και ορθογραφία και εγχειρίδια μελέτης ήταν η «Τέχνη
Γραμματική» του Διονυσίου του Θρακός, οι «Κανόνες» του Θεοδοσίου
Αλεξανδρινού, η «Καθολική Προσωδία» και το «Περί Ορθογραφίας» του Αιλίου
Ηρωδιανού και η «Ορθογραφία» του Γεωργίου Χοιροβοσκού. Σε κατοπινά χρόνια
χρησιμοποιήθηκαν η «Γραμματική» του Μάξιμου Πλανούδη και τα «Ερωτήματα»
του Μανουήλ Μοσχόπουλου. Επίσης διδάσκονταν ετυμολογία. Η αναζήτηση της
ρίζας των λέξεων οδήγησε στη δημιουργία μιας σειράς μεγαλύτερων ή μικρότερων
ετυμολογικών λεξικών. Η σύνταξη ως μάθημα ήταν η μελέτη της γλώσσας
περισσότερο από γραμματικής άποψης. Ως βοηθήματα ήταν το «Περί Ορθότητος
Συντάξεως» βιβλίο του Πατριάρχη Κωνσταντινουπόλεως Ιωάννη ΙΓ΄ του Γλυκύ και
το παράρτημα της «Γραμματικής» του Μάξιμου Πλανούδη με τίτλο «Συντακτικό».
Ακόμη διδάσκονταν οξυγραφία και σημειογραφία. Τα μαθήματα αυτά ήταν χρήσιμα
σε όσους μετά την αποφοίτησή τους θα αναλάμβαναν διοικητικά καθήκοντα ως
γραμματείς «νοτάριοι». Επίσης διδάσκονταν αρχαία μυθολογία, πολιτική ιστορία,
εκκλησιαστική ιστορία, στοιχειώδης γνώσεις φιλοσοφίας, λογική, ηθική, δογματική
και μεταφυσική κυρίως μέσα από έργα του Πλάτωνα και του Αριστοτέλη. Επίσης
μαθήματα «εγκυκλίου παιδείας» ή η «μαθηματική τετράκτυς», αριθμητική και
γεωμετρία του Ευκλείδη, αστρονομία του Πτολεμαίου, μουσική, (αρμονία), φυσική,
μηχανική, μετεωρολογικά και αστρονομικά φαινόμενα από κείμενα του Αριστοτέλη,
οπτική, γεωγραφία, βιολογία. Ακόμη μαθήματα ρητορικής. Σε αυτή την βαθμίδα
εκπαίδευσης, η ρητορική που θεωρούταν τέχνη αντιδιαστέλλεται στην εκμάθηση της

3

φιλοσοφίας (διαλεκτικής) που θεωρούταν επιστήμη. Οι Βυζαντινοί μελετούσαν τα
αρχαία ελληνικά κείμενα ακολουθώντας τέσσερις φάσεις. Τη διόρθωση, την
ανάγνωση, την εξήγηση και την κρίση, δηλαδή την εξαγωγή ηθικών διδαγμάτων. Η
μελέτη των αρχαίων κειμένων προσέδιδε στη βαθμίδα αυτή χαρακτήρα λιγότερο
θρησκευτικό, από αυτόν της πρώτης βαθμίδας, για το λόγο αυτό και συχνά της
προσήπταν το χαρακτηρισμό «έξωθεν παίδευσις» ή «παρ’ Έλλησι παιδείαν».
Για τις ανώτατες σπουδές, τις απαραίτητες για όσους ήθελαν να
ακολουθήσουν καριέρα σε ανώτατα κρατικά αξιώματα, αλλά και στην ιατρική,
νομική κ.α. υπήρχε το Πανεπιστήμιο της Κωνσταντινούπολης. Το Πανεπιστήμιο ή
«Πανδιδακτήριον» ή Auditorium ιδρύθηκε από τον Θεοδόσιο Β΄ το 425 και
λειτούργησε μέχρι το 1025 και από το 1045 μέχρι το 1453. Ήταν κρατική σχολή
ανώτατου επιπέδου, στην οποία διδάσκονταν η φιλοσοφία, οι επιστήμες, η νομική
(διδασκαλείον νόμων), κ.α. όχι όμως η θεολογία η οποία διδάσκονταν στην
πατριαρχική ακαδημία της Κωνσταντινούπολης. Το Πανεπιστήμιο αρχικά
απασχολούσε τριάντα ένα καθηγητές γραμματικής, ρητορικής, νομικής και
φιλοσοφίας, Έλληνες και Λατίνους. Διέθετε μια αξιολογότατη βιβλιοθήκη με 120.000
τόμους όταν ξεκίνησε, αλλά το 476 τα περισσότερα καταστράφηκαν από πυρκαγιά.
Εδώ θα πρέπει να αναφέρουμε, ότι πολύ πριν ιδρυθεί το πρώτο Πανεπιστήμιο στην
Κωνσταντινούπολη, πολλές άλλες πόλεις της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας ήταν
φημισμένες για τις ανώτερες και ανώτατες σχολές τους. Η Αθήνα για την σπουδαία
φιλοσοφική σχολή (το 529 ο Ιουστινιανός έκλεισε τη σχολή ως ειδωλολατρική
–γνωστό άλλωστε το πάθος του για τον χριστιανισμό- και δήμευσε τα κεφάλαια που
είχε η σχολή από διάφορες δωρεές προκειμένου να ενισχυθεί η σχολή της
Κωνσταντινούπολης), η σχολή της Αλεξάνδρειας όπου διδάσκονταν φιλοσοφία,
μαθηματικά, ιατρική, νομικά κ.α. Αξιόλογα πνευματικά κέντρα υπήρχαν επίσης στη
Συρία, όπως η Βηρυτός με την περίφημη νομική σχολή, που ο μέγας ρήτορας
Λιβάνιος την ονόμαζε «Μητέρα των Νόμων», η Αντιόχεια και η Έδεσσα με τις
Θεολογικές σχολές, η Γάζα της Παλαιστίνης με την φημισμένη σχολή ρητόρων και
ποιητών, που συνέβαλε ιδιαίτερα στην πρόοδο της σκέψης και της φιλολογίας της
εποχής εκείνης. Οι βάσεις για την ίδρυση του Πανεπιστημίου της
Κωνσταντινούπολης είχαν ήδη τεθεί στους χρόνους του Κωνσταντίνου Β΄(337-361),
καθώς συγκεντρώθηκαν πολλοί διάσημοι δάσκαλοι (Λιβάνιος, Θεμίστιος), οι οποίοι
άνοιξαν σχολές και προσέλκυσαν πολλούς ακροατές. Ο Θεμίστιος δε ως καθηγητής
φιλοσοφίας, κατέστησε την Κωνσταντινούπολη τόπο παιδείας «κοινόν παιδεύσεως

4

καταγώγιον», όπως αναφέρει σε επιστολή του προς τη Σύγκλητο της
Κωνσταντινουπόλεως ο ίδιος ο Αυτοκράτορας Κωνσταντίνος. Στον τομέα της
παιδείας άξιος διάδοχος του Κωνσταντίνου υπήρξε ο Ιουλιανός που με την αγάπη του
για τα αρχαία γράμματα και την ώθηση που έδωσε στην ανάπτυξη της κλασικής
παιδείας κατέστησε οριστικά την Κωνσταντινούπολη πρωτεύουσα πνευματική πόλη.
Η γλώσσα στην οποία διδάσκονταν τα μαθήματα ήταν τα ελληνικά, ενώ στη δύση τα
λατινικά. Ακόμη η ρητορική διδάσκονταν στην αττική διάλεκτο.
Η ΕΚΠΑΙΔΕΥΣΗ ΚΑΤΑ ΤΗ ΜΕΣΗ ΒΥΖΑΝΤΙΝΗ ΠΕΡΙΟΔΟ(611-1204)
Κατά την Μέση περίοδο, ιδιαίτερα τους πρώτους αιώνες υπήρξε υποβάθμιση
της εκπαιδευτικής δραστηριότητας στο Βυζαντινό κράτος. Οι ανώτατες σχολές της
Πρώτης περιόδου γύρω στον 7 ο αιώνα δεν υπάρχουν, ακόμη και τα σχολεία ανώτερης
παιδείας ήταν σπάνια. Η διδασκαλία συχνά ήταν ιδιωτική, όσοι νέοι ήθελαν να
ξεπεράσουν την αμάθεια έπρεπε να αρκεστούν στην προσωπική μαθητεία δίπλα σε
κάποιον ιδιώτη δάσκαλο. Σύμφωνα με κάποιους ερευνητές ο Ιουστινιανός, κατά μια
έννοια φέρει ευθύνη για την εξασθένηση και κατάρρευση του εκπαιδευτικού
συστήματος, όμως η κύρια αιτία είναι η εξαφάνιση των πόλεων του Βυζαντίου αλλά
και οι συνεχείς εμπόλεμες καταστάσεις. Στις επαρχίες διασώθηκε μια μορφή
στοιχειώδους εκπαίδευσης στην οποία διδάσκονταν το ψαλτήρι. Στις αρχές της
Μέσης περιόδου ο εκπαιδευτικός ρόλος της Εκκλησίας περιοριζόταν στα βυζαντινά
μοναστήρια. Σε αυτά δημιουργήθηκαν βιβλιοθήκες κυρίως με εκκλησιαστικά βιβλία,
ενώ σε μερικά από αυτά καθιερώθηκε η αντιγραφή των αρχαίων χειρογράφων. Τα
βυζαντινά μοναστήρια ήταν περισσότερο κέντρα περισυλλογής και λιγότερο κέντρα
μάθησης. Το αποκορύφωμα της ανάπτυξης των μοναστηριών συντελέστηκε τον 10 ο
αιώνα με την ίδρυση των μοναστηριών του Αγίου Όρους. Εξαίρεση σε αυτόν τον
κανόνα υπήρξε η μονή του Στουδίου της Κωνσταντινούπολης. Υπό την ηγεσία του
Θεόδωρου Στουδίτη (μεταξύ 798 και 826) διέπρεψε ως κέντρο γραμμάτων. Στη μονή
Στουδίου άνθησε η υμνογραφία και δημιουργήθηκε ένα σπουδαίο εργαστήριο
αντιγραφής (scriptorium), από τα πρώτα στο Βυζάντιο. Εκεί είχε οργανωθεί με
μεγάλη πειθαρχία η αντιγραφή χειρογράφων από τους στουδίτες μοναχούς, μεταξύ
των οποίων ήταν ο Θεόδωρος Στουδίτης και ο καλλιγράφος Νικόλαος Στουδίτης.
Το 849 αρχίζει η αναγέννηση της παιδείας αρχικά στην Κωνσταντινούπολη,
όταν ο καίσαρας Βάρδας οργάνωσε μια ανώτερη σχολή στη Μαγναύρα (η Μαγναύρα
ήταν μια αίθουσα τελετών του αυτοκρατορικού ανακτόρου) κατά την διάρκεια της
βασιλείας του Μιχαήλ Γ΄. Διευθυντής της σχολής διορίστηκε ο Λέων ο Φιλόσοφος, ο

5

οποίος δίδασκε εκεί φιλοσοφία, ενώ άλλοι λόγιοι δίδασκαν μαθηματικά, αστρονομία
και γραμματική. Η φοίτηση στη σχολή της Μαγναύρας ήταν δωρεάν. Σημαντικό
στοιχείο, το οποίο βοήθησε στην πολιτιστική και εκπαιδευτική αναζωογόνηση, ήταν
η επινόηση ενός νέου ταχύτερου τρόπου γραφής, της μικρογράμματης, αντί αυτής με
κεφαλαία που συνηθιζόταν πριν, η οποία και ανταποκρινόταν στην αυξημένη ζήτηση
λογοτεχνικών κειμένων.
Κατά τον 11 ο αιώνα, μια ομάδα πνευματικών ανθρώπων με επικεφαλής τον
Μιχαήλ Ψελλό ζήτησε να γίνουν μεταρρυθμίσεις στην ανώτατη εκπαίδευση και την
ανασύσταση του Πανεπιστημίου της Κωνσταντινούπολης. Απαιτούσαν να ιδρυθεί
ένα είδος νομικής σχολής ή Ακαδημίας, ξεχωριστά από την φιλοσοφική σχολή
γενικής μόρφωσης, λόγω της τραγικής κατάστασης που επικρατούσε στην κρατική
μηχανή όπου οι ανώτεροι κρατικοί υπάλληλοι δεν γνώριζαν νομικά. Ο Αυτοκράτορας
Κωνσταντίνος Θ΄ ο Μονομάχος (1042-1055) μεταρρύθμισε με διάταγμα το
Πανδιδακτήριο ιδρύοντας δύο ξεχωριστές σχολές, τη Νομική σχολή ή «Διδασκαλείον
των νόμων» και την Φιλοσοφική ή «Γυμνάσιον». Σκοπός της πρώτης ήταν να
διδάσκεται συστηματικά η νομική επιστήμη για τη κατάρτιση ικανών νομικών
δικαστών και κρατικών υπαλλήλων. Διευθυντής της σχολής έγινε ο Ιωάννης
Ξιφιλίνος, ο Νομοφύλαξ του κράτους. Τη Φιλοσοφική σχολή διηύθυνε ο Μιχαήλ
Ψελλός με τον τίτλο «ύπατος των φιλοσόφων». Σε αυτή διδάσκονταν κλασικοί
συγγραφείς, ρητορική, διαλεκτική, μαθηματικά, αστρονομία, θεωρητική μουσική και
θεολογία. Ανώτατο όργανο της διοίκησης του Πανεπιστημίου ήταν ο ίδιος ο
Αυτοκράτορας. Η σχολή αυτή όπως και η Σχολή της Μαγναύρας που μπορούσε να
παράσχει μόρφωση ανώτατου επιπέδου έδωσαν τεράστια ώθηση στη διανοητική
ανάπτυξη και φιλοσοφική σκέψη στο Βυζάντιο. Κατά το δεύτερο μισό του 12 ου αιώνα
επαναλειτούργησε η πατριαρχική ακαδημία, όπου διδάσκονταν η «επιστήμη των
επιστημών», όπως ονομαζόταν τότε η θεολογία προετοιμάζοντας τους μελλοντικούς
κληρικούς. Η φιλοσοφία δεν περιλαμβανόταν στο πρόγραμμα. Η ακαδημία
βρισκόταν στην Αγία Σοφία και ο πρύτανης ονομαζόταν οικουμενικός διδάσκαλος. Η
δευτεροβάθμια εκπαίδευση της μέσης περιόδου δεν διέφερε πολύ από αυτή της
πρώιμης περιόδου. Ο «Βίος του Αγίου Αθανασίου του Άθω» ο οποίος είχε ξεκινήσει
ως δάσκαλος στην Κωνσταντινούπολη μας παρέχει πληροφορίες. Η δευτεροβάθμια
εκπαίδευση ήταν υπό τον έλεγχο του κράτους και ήταν συγκεντρωμένη στην
Κωνσταντινούπολη και οργανωμένη πάνω στην προσωπική σχέση μεταξύ δασκάλου
και μαθητή. Ο κυριότερος στόχος της ήταν η διαμόρφωση της ανώτερης ιεραρχίας

6

αξιωματούχων του κράτους. Η χρηματοδότηση των σχολείων δευτεροβάθμιας
εκπαίδευσης γινόταν από δίδακτρα που κατέβαλαν οι μαθητές και ονομάζονταν
«μισθός». Το βασικό μάθημα ήταν η γραμματική (εμπλουτισμένη με στοιχεία
ρητορικής και φιλοσοφίας), και η διδασκαλία της αρχαίας ελληνικής γλώσσας.

Η ΕΚΠΑΙΔΕΥΣΗ ΚΑΤΑ ΤΗΝ ΥΣΤΕΡΗ ΒΥΖΑΝΤΙΝΗ ΠΕΡΙΟΔΟ(1204-1453)
Η συμφορά του 1204 από τους Λατίνους δεν άφησε ανεπηρέαστο το
εκπαιδευτικό σύστημα του Βυζαντίου. Τώρα οι λόγιοι σκορπίστηκαν, οι σχολές τους
εξαφανίστηκαν και τα βιβλία τους καταστράφηκαν από τις φλόγες των Λατίνων. Η
λογιοσύνη ωστόσο δεν χάθηκε και πολύ γρήγορα κέντρο της έγινε η εξόριστη αυλή
στη Νίκαια. Εκεί εγκαταστάθηκε ο λόγιος Βλεμμύδης. Το 1238 ο Βλεμμύδης,
συγκεντρώνοντας πλήθος χειρογράφων από όλη την επικράτεια του τότε Βυζαντινού
κράτους, βοήθησε έτσι ώστε η παιδεία στη Νίκαια να φθάσει σε υψηλό επίπεδο. Στη
Νίκαια σπούδασαν και δίδαξαν Ο Γεώργιος Παχυμέρης και ο Γεώργιος Ακροπολίτης.
Η περίοδος από τον 14 ο αιώνα έως την άλωση της Κωνσταντινούπολης, σε
αντίθεση με την γενικότερη παρακμή του Βυζαντίου, θεωρείται η λαμπρότερη
περίοδος της Βυζαντινής παιδείας και χαρακτηρίζεται ως Παλαιολόγεια Αναγέννηση.
Ο Μιχαήλ Η΄ Παλαιολόγος (1261-1282) ανάθεσε στο Γεώργιο Ακροπολίτη «Μεγάλο
Λογοθέτη», να αναλάβει τη διεύθυνση του ανώτατου εκπαιδευτικού ιδρύματος ως
καθηγητής της αριστοτελικής φιλοσοφίας και στον Γεώργιο Παχυμέρη να διδάξει στο
«Οικουμενικόν Διδασκαλείον» της Κωνσταντινούπολης τα ανώτερα μαθήματα
(αριθμητική, γεωμετρία, αστρονομία και μουσική). Ο Ανδρόνικος Β΄ Παλαιολόγος
(1282-1328) όρισε τον Θεοδόσιο Μετοχίτη, έναν από τους σπουδαιότερους
συγγραφείς του Βυζαντίου, να προΐσταται της ανώτατης παιδείας. Επί Ιωάννη Η΄
Παλαιολόγου (1425-1448) ιδρύθηκε το τελευταίο Πανεπιστήμιο της
Κωνσταντινούπολης, το «Καθολικόν Μουσείον». Χαρακτηριστικό γνώρισμα της
Παλαιολόγειας Αναγέννησης ήταν η ανανέωση του ενδιαφέροντος για την ελληνική
αρχαιότητα και η μελέτη του πολιτισμού της. Η εκπαίδευση των νέων της ύστερης
περιόδου, τόσο στην πρωτοβάθμια όσο και στην δευτεροβάθμια βαθμίδα, ήταν
οργανωμένη στις βασικές γραμμές που είχαν τεθεί κατά τις προηγούμενες περιόδους.
Η βάση των μαθημάτων ήταν τα χριστιανικά κείμενα και έτσι η διδασκαλία είχε
χαρακτήρα περισσότερο θρησκευτικό. Κατά την ύστερη περίοδο, άλλα πνευματικά
κέντρα ήταν η Θεσσαλονίκη που από τη μέση περίοδο ήταν γνωστή για τους

7

λογοτεχνικούς της κύκλους, η Τραπεζούντα που ήταν φημισμένη για τα αστρονομικά
της ιδρύματα.
Ολοκληρώνοντας για την εκπαίδευση στο Βυζάντιο θα πρέπει να αναφέρουμε
για την μόρφωση των γυναικών. Τα κορίτσια στο Βυζάντιο εκτός από τη
πρωτοβάθμια και δευτεροβάθμια βαθμίδα, στην ανώτερη και ανώτατη εκπαίδευση
δεν είχαν πρόσβαση. Εξαίρεση αποτέλεσαν κάποιες περιπτώσεις γυναικών ευγενούς
καταγωγής και μεγαλωμένες σε καλλιεργημένο κοινωνικό περιβάλλον. Τη μόρφωσή
τους, την απέκτησαν όχι με το να φοιτήσουν στις ανώτερες και ανώτατες σχολές,
αφού αυτό δεν επιτρεπόταν, αλλά με το να μαθητεύσουν κοντά σε κάποιον ονομαστό
λόγιο λαϊκό ή κληρικό ή ακόμη και μόνο με την προσωπική τους προσπάθεια και
μελέτη στην οποία βοήθησε η πρόσβαση που είχαν σε κάποια ιδιωτική βιβλιοθήκη.
Εξαιρετικές περιπτώσεις γυναικών με ευρύτατη πνευματική καλλιέργεια υπήρξαν
όπως η Υπατία φιλόσοφος από την Αλεξάνδρεια, η ποιήτρια Κασσιανή, η Αθηναϊδα
σύζυγος του Θεοδοσίου Β΄, η Πουλχερία η αδελφή του Θεοδοσίου Β΄, η μεγάλη
ιστορικός Άννα η Κομνηνή, συγγραφέας του ιστορικού έργου Αλεξιάς, όπου
εξιστορεί τα γεγονότα κατά τη διάρκεια της βασιλείας του πατέρα της Αλεξίου Α΄
του Κομνηνού. Επίσης πολλές άλλες γυναίκες διακρίθηκαν στην ιατρική επιστήμη.
Στην αποφράδα ημερομηνία 29 Μαΐου 1453 το Βυζάντιο ως γεωγραφικός
χώρος δεν υπάρχει. Ο πολιτισμός του όμως δεν πέθανε. Σημαντικοί διανοούμενοι του
Βυζαντίου, μεταναστεύοντας στην τότε «πολιτισμένη» Δυτική Ευρώπη, διατήρησαν
άσβεστη τη φλόγα της μνήμης του Βυζαντίου. Κυρίαρχες μορφές υπήρξαν ο Πλήθων
Γεμιστός, ο Βησσαρίων, ο Νικηφόρος Γρηγοράς, ο Χρυσολωράς, ο Ιωάννης
Αργυρόπουλος που συνετέλεσε στην αναγέννηση των κλασικών σπουδών στην
Ιταλία κ.α.
ΕΠΙΣΥΜΑΝΣΕΙΣ
Θα μπορούσαμε να πούμε, ότι η εκπαίδευση στο Βυζάντιο σε όλες τις βαθμίδες δεν
ήταν απόλυτα κρατικά οργανωμένη, όπως την εννοούμε σήμερα, ούτε ομοιόμορφη σε
όλη τη διάρκεια της ζωής του Βυζαντίου. Ο θρησκευτικός παράγοντας του οποίου η
επιρροή ήταν έντονη, καθόρισε το σκοπό της εκπαίδευσης στο Βυζάντιο. Βασική
επιδίωξη ήταν η μόρφωση χριστιανών πολιτών που να είναι σε θέση να εκπληρώνουν
τα καθήκοντά τους τόσο προς την εκκλησία όσο και προς την πολιτεία. Έτσι η
εκκλησία αναλάμβανε κυρίως τη στοιχειώδη εκπαίδευση, διδάσκοντας από μικρή
ηλικία στα παιδιά τα Ιερά Γράμματα και έχοντας ως βάση τη θρησκευτική
διαπαιδαγώγηση, ενώ η πολιτεία από την άλλη μεριά, ενδιαφέρθηκε περισσότερο για

8

την δευτεροβάθμια και ανώτερη εκπαίδευση από όπου θα έβγαιναν καταρτισμένα
στελέχη για να υπηρετήσουν τις ανάγκες της διοίκησης του κράτους. Ωστόσο η
εκκλησία ασκούσε με πολλούς τρόπους, όχι μόνο κατά τη διάρκεια των πρώτων
αιώνων αλλά και πολύ αργότερα, τον σημαντικό της ρόλο σε όλες τις βαθμίδες της
εκπαίδευσης. Γενικά μπορούμε να πούμε ότι όλοι οι βυζαντινοί είτε μέσω εκκλησίας
είτε μέσω πολιτείας είχαν ιδιαίτερη εκτίμηση προς την εκπαίδευση. Τη θεωρούσαν ως
το πρώτο από τα αγαθά που μπορούσαν να κατέχουν. Οι βυζαντινοί με την αγάπη για
την μόρφωση απέδειξαν ότι ήταν γνήσιοι συνεχιστές της πνευματικής παράδοσης του
αρχαίου ελληνικού κόσμου και της αλεξανδρινής εποχής, διατηρώντας τα πνευματικά
όρια σε υψηλό επίπεδο σε χρόνια δύσκολα και σκοτεινά.
Υ.Γ. Σχετικά με την Παλαιολόγεια Αναγέννηση θα υπάρξει νεότερο
αναλυτικό δημοσίευμα.